Θεσσαλονίκη: Γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε το αύριο

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Σάββας Ιωακειμίδης, MArch Eng, CEO της arxicon.com

Θεσσαλονίκη: Γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε το αύριο

Θεσσαλονίκη: Γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε το αύριο  Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Σάββας Ιωακειμίδης, MArch Eng, CEO της arxicon.com

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για το μέλλον της Θεσσαλονίκης, μια αδιόρατη σκιά ατολμίας απλώνεται πάνω από τα σχέδια και τις τελικές προθέσεις. Μια χρόνια ανασφάλεια, καλυμμένη συχνά πίσω από τον μανδύα της διαχειριστικής σύνεσης, μας οδηγεί σε ημίμετρα, σε αμήχανους συμβιβασμούς και σε μια σχεδόν ενστικτώδη άρνηση να κοιτάξουμε κατάματα τη μεγάλη εικόνα.

Αυτή η αδράνεια δεν αποτελεί απλώς έλλειψη αισθητικής ή αρχιτεκτονικής τόλμης, αλλά βαθύτερη άρνηση εμπιστοσύνης στην ίδια την τεχνολογία, στην εφαρμοσμένη επιστήμη και στις αστείρευτες αναγεννητικές δυνατότητες του αστικού ιστού. Ο φόβος απέναντι στο αύριο συντηρεί ένα παρωχημένο τοπίο και μας καταδικάζει σε ρόλο παθητικού θεατή των κρίσεων.

Το επίκεντρο αυτού του προβληματισμού συμπυκνώνεται σήμερα στην καρδιά του πολεοδομικού μας συγκροτήματος: στον ιστορικό χώρο της ΔΕΘ-Helexpo. Για δεκαετίες, η πόλη συνήθισε να αντικρίζει εκατόν εβδομήντα στρέμματα κατακερματισμένα από τσιμεντένιες πλατείες, άσφαλτο, διάσπαρτα υπαίθρια πάρκινγκ και βιομηχανικά pavilions του περασμένου αιώνα.

Αυτό το μοντέλο, γέννημα μιας άλλης εποχής, λειτούργησε ως βαρύς θερμοσυσσωρευτής και ανυπέρβλητο τείχος, το οποίο έκοψε την πόλη στα δύο, απομονώνοντας το θαλάσσιο μέτωπο από τον ακαδημαϊκό και τον περιαστικό δασικό ιστό. Όταν σήμερα καλούμαστε να το επανασχεδιάσουμε, το δίλημμα τίθεται λανθασμένα: «ή έκθεση ή πάρκο». Και τα δύο.

Η απάντηση της τρισδιάστατης πολεοδόμησης

Πρόκειται για έναν τεχνητό και αναχρονιστικό διαχωρισμό, ο οποίος αποκαλύπτει ότι αντιμετωπίζουμε τον χώρο με όρους δισδιάστατους. Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, καμία πόλη δεν σχεδιάζεται πλέον σε ένα επίπεδο χαρτί, αλλά ως ένα δυναμικό, πολυεπίπεδο οικοσύστημα.

Η απάντηση στην πρόκληση δεν βρίσκεται στην υποχώρηση της εκθεσιακής δυναμικής, ούτε στον κατακερματισμό του οικοπέδου σε ένα μικρό συμβατικό πάρκο δίπλα σε νέα υπέργεια κελύφη. Η λύση βρίσκεται στην τρισδιάστατη πολεοδόμηση, στη συνδυαστική αξιοποίηση του υπόγειου και του υπέργειου χώρου, εκεί όπου η τεχνολογία υπηρετεί απόλυτα τη φύση.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβόμαστε την υπογειοποίηση των εκθεσιακών υποδομών. Με τη μεταφορά των εκθεσιακών λειτουργιών κάτω από το νέο φυσικό ανάγλυφο, απελευθερώνεται σχεδόν το σύνολο της επιφάνειας για να αποδοθεί στους πολίτες ως ένα ενιαίο, πυκνό αστικό δάσος.

Τεχνικά, οι υπόγειες κατασκευές μεγάλης κλίμακας δεν συνιστούν πειραματισμό, αλλά ώριμη, δοκιμασμένη αρχιτεκτονική πρακτική διεθνώς. Μέσω σύγχρονων μεθόδων αντιστήριξης με διαφραγματικούς τοίχους και προηγμένης πολυστρωματικής στεγανοποίησης, δημιουργείται ένας απόλυτα ασφαλής, σταθερός και λειτουργικός πυρήνας για τη διεθνή εκθεσιακή μας δραστηριότητα.

Γεωθερμική σταθερότητα και κλιματικός έλεγχος

Το ενεργειακό όφελος αυτής της προσέγγισης είναι τεράστιο και απόλυτα μετρήσιμο. Το έδαφος και η υπερκείμενη βλάστηση λειτουργούν ως ένας γιγαντιαίος φυσικός μονωτής, προσφέροντας ασύγκριτη γεωθερμική αδράνεια.

Σε μια υπόγεια εκθεσιακή δομή, οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ χειμώνα και καλοκαιριού εξομαλύνονται με φυσικό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες για μηχανική θέρμανση και ψύξη μειώνονται δραστικά σε σχέση με οποιοδήποτε υπέργειο κτίριο, συμπιέζοντας το λειτουργικό κόστος και το ενεργειακό αποτύπωμα σε επίπεδα που καμία συμβατική κατασκευή δεν μπορεί να προσεγγίσει.

Την ίδια στιγμή, οι δύο μεγάλες, καμπυλωτές γυάλινες προσόψεις που προβάλλουν διακριτικά μέσα από το ανάγλυφο δεν αποτελούν απλώς ένα εντυπωσιακό μορφολογικό στοιχείο. Σχεδιασμένες με αρχές παθητικού ηλιακού σχεδιασμού και επιλεκτικά κρύσταλλα υψηλής ενεργειακής απόδοσης, επιτρέπουν στο φυσικό φως να διεισδύει άπλετα στο εσωτερικό.

Η υπόγεια εμπειρία αποβάλλει κάθε αίσθηση κλειστοφοβίας, ενώ ταυτόχρονα εξαλείφεται η άμεση θερμική επιβάρυνση από την ηλιακή ακτινοβολία. Η τεχνολογία των υλικών μάς επιτρέπει σήμερα να έχουμε διαφάνεια χωρίς υπερθέρμανση, εξωστρέφεια χωρίς ενεργειακή σπατάλη.

Ένας ζωντανός πνεύμονας για το μικροκλίμα της πόλης

Πάνω από αυτές τις υποδομές, η επιφάνεια παύει να είναι μια διακοσμητική πράσινη ζώνη και μετατρέπεται σε έναν ζωντανό βιοκλιματικό ρυθμιστή. Η πόλη μας υποφέρει κάθε καλοκαίρι από το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, αποτέλεσμα της υπερβολικής συγκέντρωσης ασφάλτου και σκυροδέματος.

Ένα πυκνό, ενιαίο δάσος εκατόν εβδομήντα στρεμμάτων με βαθύ ριζικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανή ψύξης. Μέσω της φυσικής διαδικασίας της εξατμισοδιαπνοής και της εκτεταμένης σκίασης, η θερμοκρασία του αέρα στο κέντρο μπορεί να υποχωρήσει κατά αρκετούς βαθμούς, ανακουφίζοντας ολόκληρο τον αστικό ιστό.

Επιπλέον, η κατάργηση των συμπαγών υπέργειων όγκων αποκαθιστά τη φυσική διαπερατότητα των ανέμων. Η θαλάσσια αύρα του Θερμαϊκού παύει να προσκρούει σε ένα τεχνητό τείχος περιπτέρων και βρίσκει έναν ελεύθερο διάδρομο για να κινηθεί προς τα ανατολικά και τα βόρεια, δροσίζοντας και καθαρίζοντας την ατμόσφαιρα της πόλης.

Στο υδρολογικό επίπεδο, η πρόταση υιοθετεί πλήρως τη φιλοσοφία της «πόλης-σφουγγάρι» (Sponge City). Σε μια εποχή έντονων πλημμυρικών φαινομένων λόγω της κλιματικής κρίσης, οι αδιαπέρατες επιφάνειες αποτελούν απειλή.

Το δασικό έδαφος, τα διαπερατά μονοπάτια και οι βιο-αύλακες απορροφούν τα όμβρια ύδατα με φυσικό τρόπο, εμπλουτίζουν τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα και αποφορτίζουν το ήδη κορεσμένο δίκτυο της πόλης. Το νερό αυτό δεν χάνεται, αλλά συγκεντρώνεται σε υπόγειες δεξαμενές καθίζησης και επαναχρησιμοποιείται για την αυτόνομη άρδευση του πάρκου/δάσους, διαμορφώνοντας έναν κλειστό, αειφόρο κύκλο διαχείρισης.

Σεβασμός στη συλλογική μνήμη και ενιαίος μητροπολιτικός άξονας

Ο φόβος απέναντι στο καινούργιο συχνά τροφοδοτείται από την εσφαλμένη αντίληψη ότι η πρόοδος απαιτεί τη διαγραφή του παρελθόντος. Αυτό είναι ένας βαθύς μύθος.

Η πρόταση μας απλά αποδεικνύει ότι ο τολμηρός εκσυγχρονισμός μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με την ιστορική μνήμη. Ο εμβληματικός Πύργος του ΟΤΕ δεν αλλοιώνεται, αλλά μετατρέπεται σε ένα τοπόσημο που αναδύεται περήφανα μέσα από το πράσινο. Το Αλεξάνδρειο Μέλαθρον, με στοχευμένη ενεργειακή και αισθητική αναβάθμιση του θόλου του, εντάσσεται οργανικά στο δασικό ανάγλυφο.

Ακόμη και η ιστορική αψίδα στην πύλη της ΧΑΝΘ, σχεδιασμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1950, μπορεί και πρέπει να παραμείνει στη θέση της. Αντί να οδηγεί σε ένα απέραντο πάρκινγκ αυτοκινήτων και σε άσφαλτο όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, θα μπορούσε να μετατραπεί στην ιστορική, μνημειακή πύλη εισόδου των πεζών κατευθείαν στην καρδιά του δάσους. Το παρελθόν δεν γκρεμίζεται, αλλά επανανοηματοδοτείται μέσα από τη νέα σχέση του με το φυσικό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, επιλύεται οριστικά και με σύγχρονους όρους το χρόνιο πρόβλημα της στάθμευσης. Η κατασκευή πολυώροφου υπόγειου σταθμού στάθμευσης δυόμισι χιλιάδων θέσεων κάτω από το συγκρότημα, με άμεση πρόσβαση από όλους τους κύριους οδικούς άξονες, απελευθερώνει πλήρως την επιφάνεια. Λειτουργώντας ως πρότυπος κόμβος μετεπιβίβασης (Park & Ride) σε άμεση επαφή με τους παρακείμενους σταθμούς του Μετρό, το υπόγειο πάρκινγκ αποτρέπει την είσοδο χιλιάδων οχημάτων στο ιστορικό κέντρο, εξυπηρετώντας παράλληλα τις ανάγκες των επισκεπτών, της έκθεσης και της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Η χωρική αυτή συνέχεια αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη στρατηγική ευκαιρία για τη Θεσσαλονίκη. Το αστικό δάσος δεν σταματά σε μάντρες και περιφράξεις. Με φυσικό, ανεμπόδιστο τρόπο επεκτείνεται προς τα βόρεια και ανατολικά, αγκαλιάζοντας την πανεπιστημιούπολη του ΑΠΘ και του ΠΑΜΑΚ. Τα πανεπιστημιακά τμήματα παύουν να είναι περίκλειστα νησιά και γίνονται τμήμα ενός ενιαίου, πράσινου μητροπολιτικού άξονα που ξεκινά από το θαλάσσιο μέτωπο, διασχίζει τη ΔΕΘ, ενσωματώνει τα πανεπιστήμια και συνδέεται με τον πνεύμονα του Σέιχ Σου.

Η διασύνδεση αυτή δεν είναι μόνο περιβαλλοντική, αλλά βαθιά κοινωνική και εκπαιδευτική, καθώς αναβαθμίζει ριζικά την καθημερινότητα δεκάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων.

Η οικονομική πραγματικότητα: Κύκλος ζωής και αυτοχρηματοδότηση

Εδώ ακριβώς τίθεται το κρίσιμο ερώτημα που συχνά χρησιμοποιείται ως ανάχωμα απέναντι σε κάθε νέα ιδέα: το ζήτημα του οικονομικού κόστους. Είναι απολύτως απαραίτητο να μιλήσουμε με πραγματικούς αριθμούς και μετρήσιμα οικονομικά δεδομένα, απομυθοποιώντας τον ισχυρισμό ότι μια τέτοια λύση είναι ανέφικτη.

Η αρχική επένδυση κατασκευής (CAPEX) για ένα τέτοιο πολυδιάστατο έργο ανέρχεται σε περίπου τετρακόσια εκατομμύρια ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τις εκτεταμένες υπόγειες εκσκαφές, τη βαριά αντιπλημμυρική θωράκιση, την κατασκευή σύγχρονων εκθεσιακών χώρων πενήντα χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, το πολυώροφο υπόγειο πάρκινγκ δυόμισι χιλιάδων θέσεων, την αποκατάσταση και διατήρηση των ιστορικών τοποσήμων και τη φύτευση ενός πλήρους δασικού οικοσυστήματος.

Ναι, πρόκειται για έναν προϋπολογισμό υψηλότερο από τα διακόσια σαράντα εκατομμύρια ευρώ του συμβατικού αναθεωρημένου σχεδίου, το οποίο όμως περιλαμβάνει μεγάλα υπέργεια κελύφη και ένα σαφώς μικρότερο πάρκο και σίγουρα όχι δάσος. Όμως, η σύγχρονη μηχανική και η χρηματοοικονομική επιστήμη δεν αξιολογούν ποτέ μια παρέμβαση μόνο από το αρχικό τιμολόγιο της κατασκευής της.

Η πραγματική αλήθεια κρύβεται στην ανάλυση του κύκλου ζωής και στα λειτουργικά έξοδα συντήρησης (OPEX) της πρώτης δεκαετίας. Στη σημερινή κατάσταση, η ΔΕΘ κοστίζει στην πόλη γύρω στα εκατόν εκατομμύρια ευρώ σε βάθος δεκαετίας μόνο για συντήρηση φθορών και για να ψύχονται και να θερμαίνονται ανεπαρκώς όλα τα παλιά κτίρια. Ακόμη και η αναθεωρημένη μικρότερη πρόταση επέμβασης θα απαιτήσει γύρω στα εβδομήντα εκατομμύρια ευρώ στη δεκαετία, καθώς τα νέα υπέργεια κτίρια παραμένουν εκτεθειμένα στις όποιες ακραίες θερμοκρασίες του περιβάλλοντος.

Αντιθέτως, η υπόσκαφη πρόταση περιορίζει το δεκαετές κόστος λειτουργίας και συντήρησης στα εξήντα εκατομμύρια ευρώ. Η τεράστια γεωθερμική αδράνεια του υπερκείμενου εδάφους και η φυσική προστασία της υπόγειας δομής συμπιέζουν το ενεργειακό κόστος σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ η επαναχρησιμοποίηση των ομβρίων υδάτων εκμηδενίζει τη δαπάνη άρδευσης του δάσους.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, ωστόσο, έγκειται στην ικανότητα αυτοχρηματοδότησης του έργου. Ο υπόγειος σταθμός στάθμευσης των δυόμισι χιλιάδων θέσεων, τοποθετημένος σε ένα σημείο-κόμβο δίπλα στο Μετρό και το κέντρο, μπορεί να παράγει με απόλυτα ρεαλιστικές προβλέψεις εξήντα εκατομμύρια ευρώ εντός της δεκαετίας.

Προσθέτοντας σε αυτό τα πραγματικά έσοδα από τις αναβαθμισμένες εκθεσιακές, συνεδριακές και πολιτιστικές δραστηριότητες, τα οποία υπολογίζονται σε εκατόν πενήντα εκατομμύρια ευρώ, το συγκρότημα παράγει συνολικά έσοδα που αγγίζουν τα διακόσια δέκα εκατομμύρια ευρώ στα πρώτα δέκα χρόνια.

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η πρόταση δεν απορροφά δημόσιο χρήμα για τη συντήρησή της, αλλά αντιθέτως δημιουργεί ένα καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα μάλιστα στη δεκαετία. Το πλεόνασμα αυτό μπορεί να εξυπηρετήσει με άνεση τη μόχλευση κεφαλαίων μέσω Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), καθώς και τη χρηματοδότηση από πράσινα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Όταν λοιπόν εξετάζουμε την καθαρή οικονομική επιβάρυνση στη δεκαετία, αποκαλύπτεται ότι η απόσταση ανάμεσα σε ένα συμβιβαστικό ημίμετρο και σε ένα παγκόσμιο έργο-ορόσημο είναι ελάχιστη. Η διαφορά έγκειται στο τι παραδίδεις στην κοινωνία: στη μία περίπτωση παραδίδεις μερικά νέα κτίρια και ένα τυπικό πάρκο, ενώ στην άλλη παραδίδεις έναν αυτοχρηματοδοτούμενο κλιματικό πνεύμονα που αλλάζει οριστικά τη μοίρα της πόλης.

Η ώρα της απόφασης

Το πραγματικό ρίσκο για τη Θεσσαλονίκη δεν είναι η οικονομική ή τεχνική τόλμη. Το πραγματικό ρίσκο είναι η επανάληψη των λαθών του παρελθόντος, η επιλογή της πεπατημένης, ο συμβιβασμός με τη διαχειριστική μετριότητα.

Οι πόλεις που ξεχώρισαν διεθνώς δεν ήταν εκείνες που φοβήθηκαν το μέγεθος των έργων τους, αλλά εκείνες που είχαν την επιστημονική αυτοπεποίθηση να κοιτάξουν πενήντα χρόνια μπροστά. Η Θεσσαλονίκη αξίζει ένα έργο που δεν θα αποτελεί απλώς μια ανακαίνιση του χθες, αλλά τη θεμελίωση του αύριο.

Διαθέτουμε ως πόλη την τεχνογνωσία, τα επιστημονικά εργαλεία, τη διεθνή εμπειρία και τα χρηματοδοτικά μοντέλα για να κάνουμε αυτό το όραμα πραγματικότητα. Αυτό που απαιτείται είναι να αποτινάξουμε τον συλλογικό φόβο απέναντι στο καινοτόμο και να αποφασίσουμε ότι μας αξίζει το καλύτερο.

Το αύριο της Θεσσαλονίκης δεν πρέπει να μας φοβίζει. Πρέπει να το σχεδιάσουμε με γνώση, να το υποστηρίξουμε με τόλμη και να το οικοδομήσουμε με την αυτοπεποίθηση που οφείλουμε στην ιστορία και στο μέλλον αυτού του τόπου.