Στη ΔΕΘ θα μοιράσουν υποσχέσεις. Στο πλευρό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όμως, δεν στάθηκαν ποτέ

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Άγγελος Τόλκας, Δικηγόρος, πρώην Βουλευτής Ημαθίας και Υφυπουργός

Στη ΔΕΘ θα μοιράσουν υποσχέσεις. Στο πλευρό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όμως, δεν στάθηκαν ποτέ
ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Άγγελος Τόλκας, Δικηγόρος, πρώην Βουλευτής Ημαθίας και Υφυπουργός

Σχεδόν έως σήμερα συνηθίζαμε να αντιμετωπίζουμε τον επιχειρηματία ως κάποιον που βρίσκεται σχεδόν αυτονόητα στην οικονομική κορυφή της κοινωνίας. Η πραγματικότητα, όμως, έχει αλλάξει.

Μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, την ψηφιακή μετάβαση, την εξάπλωση των ηλεκτρονικών αγορών, την τεχνητή νοημοσύνη, τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος σε λίγους μεγάλους ομίλους και κυρίως με τις πολιτικές της σημερινής κυβέρνησης η μεγάλη πλειοψηφία των μικρών επιχειρηματιών, των αυτοαπασχολούμενων και των ελεύθερων επαγγελματιών δεν ανήκει στους οικονομικά ισχυρούς.

Για πολλούς, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, μετά τους φόρους, τις ασφαλιστικές εισφορές και τα λειτουργικά έξοδα, είναι μικρότερο ακόμη και από τον μέσο μισθό ενός εργαζομένου.

Γι’ αυτό η συζήτηση για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα πρέπει να αλλάξει. Η μικρή επιχείρηση δεν είναι ούτε ένα προνόμιο που χρειάζεται διαρκή προστασία ούτε ένα ξεπερασμένο μοντέλο που πρέπει να εξαφανιστεί. Είναι ο βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Και μια σύγχρονη πολιτεία οφείλει να τη βοηθήσει να γίνει πιο παραγωγική, πιο καινοτόμα και πιο ανταγωνιστική.

Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο είναι η χρηματοδότηση. Δεν μπορεί να παραμένει προνόμιο όσων διαθέτουν μεγάλη ακίνητη περιουσία ή εύκολη πρόσβαση στις τράπεζες. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι αναπτυξιακές και περιφερειακές τράπεζες μπορούν να στηρίξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με μικρότερα επενδυτικά δάνεια, εγγυήσεις και αξιολόγηση που βασίζεται στο επιχειρηματικό σχέδιο και όχι μόνο στις εξασφαλίσεις. Παράλληλα, απαιτείται πλήρης διαφάνεια στη διάθεση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, ώστε να γνωρίζουμε ποιοι χρηματοδοτούνται, σε ποιες περιοχές και με ποια αποτελέσματα.

Εξίσου κρίσιμη είναι η ψηφιακή μετάβαση. Δεν σημαίνει απλώς περισσότερες ηλεκτρονικές υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος, αλλά καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, εξοικονόμηση πόρων και πρόσβαση σε νέες αγορές. Αυτό απαιτεί φορολογικά κίνητρα, τεχνική υποστήριξη και απλά επενδυτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες της μικρής επιχείρησης.

Η απάντηση στις προκλήσεις της εποχής δεν είναι οι αναγκαστικές συγχωνεύσεις. Είναι η συνεργασία. Κοινές υπηρεσίες εξαγωγών, ομάδες παραγωγών, τοπικά clusters, συνέργειες με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα χωρίς να στερήσουν από τις μικρές επιχειρήσεις την αυτονομία τους.

Ταυτόχρονα, η ταυτότητα ανάπτυξης κάθε περιφέρειας χρειάζεται διαφορετική λογική. Ένας αγροτικός νομός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια εργαλεία που εφαρμόζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Χρειάζονται ολοκληρωμένες στρατηγικές που συνδέουν την πρωτογενή παραγωγή με τη μεταποίηση, τα logistics, την έρευνα και τις εξαγωγές, ώστε μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμένει στον τόπο όπου παράγεται.

Τέλος, οι δημόσιες προμήθειες είναι πολιτική επιλογή να γίνουν εργαλείο ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας. Με μικρότερες συμβάσεις, απλούστερες διαδικασίες και έγκαιρες πληρωμές, περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε μια αγορά που σήμερα κυριαρχείται από λίγους μεγάλους παίκτες.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία με τη μικρή και μικρομεσαία επιχείρηση. Μια πολιτική που θα συνδυάζει πρόσβαση στη χρηματοδότηση, τεχνολογική αναβάθμιση, συνεργασίες, δίκαιους κανόνες και περιφερειακή ανάπτυξη.

Η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ έχει δείξει ξεκάθαρα ότι έχει εγκαταλείψει και την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και κάθε επαγγελματία. Όσο και αν προσπαθήσει να ρίξει τα φώτα στους Μικρομεσαίους στην επερχόμενη ΔΕΘ.

Μια νέα προοδευτική πολιτική αλλαγή δεν θα μετράει μόνο το ύψος των μεγάλων επενδύσεων, αλλά από το πόσοι άνθρωποι, πόσες επιχειρήσεις και πόσες περιοχές συμμετέχουν ισότιμα στη δημιουργία του νέου πλούτου και απολαμβάνουν τα αποτελέσματά του.