Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Από το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» στα μνημόνια και από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα του 2030. Η ιστορική ευθύνη μιας γενιάς που έζησε τις συνέπειες και δεν έχει το δικαίωμα να ξεχάσει.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας! Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Στέργιος Τζίλιας, μέλος Πολιτικής Επιτροπής Νέας Δημοκρατίας

Γεννήθηκα το 1977. Το 1989 ήμουν μόλις 12 ετών. Ένα παιδί που, όπως χιλιάδες άλλα της γενιάς μου, μεγάλωνε σε μια Ελλάδα όπου οι πολιτικές υποσχέσεις περίσσευαν και η ευημερία, για αρκετούς, έμοιαζε αυτονόητη.

Ήταν η εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Η εποχή που το περίφημο «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» έγινε σύνθημα μιας ολόκληρης πολιτικής νοοτροπίας. Μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία το κράτος μπορούσε διαρκώς να μοιράζει, χωρίς να εξηγεί πάντοτε με την ίδια σαφήνεια από πού θα προέρχονταν οι πόροι.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Εμείς, τα παιδιά εκείνης της εποχής, δεν γνωρίζαμε τι σημαίνει δημόσιο έλλειμμα, δανεισμός ή υπερχρέωση. Βλέπαμε μόνο την επιφάνεια μιας πραγματικότητας που πολλές φορές έμοιαζε ευχάριστη. Δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τι λογαριασμοί συσσωρεύονταν για το μέλλον.

Την ίδια περίοδο, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μέσα από τις κοινοβουλευτικές του παρεμβάσεις, αναδείκνυε τους κινδύνους των ελλειμμάτων και του αυξανόμενου δημόσιου χρέους. Οι προειδοποιήσεις για τα βάρη των επόμενων γενεών αποκτούν διαφορετική σημασία όταν τις ακούει κανείς έχοντας πλέον ζήσει την οικονομική κρίση.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Γιατί οι επόμενες γενιές ήμασταν εμείς.

Μόλις 21 χρόνια αργότερα, το 2010, εκείνο το δωδεκάχρονο παιδί είχε γίνει 33 ετών. Βρισκόταν πλέον στην πιο παραγωγική και δημιουργική περίοδο της ζωής του. Στην ηλικία που ο άνθρωπος δημιουργεί οικογένεια, χτίζει επαγγελματική πορεία, σχεδιάζει το μέλλον του και αγωνίζεται να προσφέρει στα παιδιά του περισσότερα από όσα είχε ο ίδιος.

Και τότε ήρθε η οικονομική κατάρρευση.

Η Ελλάδα οδηγήθηκε στον μηχανισμό στήριξης, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στα μνημόνια. Η γενιά μας γνώρισε την ανασφάλεια, τη λιτότητα, τη φορολογική πίεση, την ανεργία και την αγωνία για την επόμενη ημέρα.

Πληρώσαμε, δηλαδή, στην ενήλικη ζωή μας έναν λογαριασμό που είχε αρχίσει να συσσωρεύεται όταν ήμασταν παιδιά.

Ασφαλώς, η κρίση δεν προκλήθηκε από μία μόνο κυβέρνηση ούτε από ένα σύνθημα. Υπήρξε αποτέλεσμα δημοσιονομικών και διαρθρωτικών προβλημάτων που συσσωρεύτηκαν επί δεκαετίες, υπό διαφορετικές κυβερνήσεις. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη των επιλογών του.

Και η ιστορία επεφύλασσε μια ακόμη ειρωνεία. Μετά το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» του Ανδρέα Παπανδρέου, ήρθε το 2009 το περίφημο «Λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου. Λίγους μήνες αργότερα, η χώρα ζητούσε διεθνή οικονομική βοήθεια.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Θα περίμενε κανείς ότι το πάθημα θα είχε γίνει μάθημα.

Κι όμως, το 2015 ακούσαμε ξανά μεγάλες υποσχέσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε καλλιεργήσει την προσδοκία ότι τα μνημόνια μπορούσαν να καταργηθούν με έναν νόμο και ένα άρθρο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Η χώρα βίωσε νέα οικονομική αβεβαιότητα, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και τελικά ένα τρίτο μνημόνιο.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Και χρόνια αργότερα ήρθε μια δήλωση που αξίζει να θυμόμαστε. Τον Οκτώβριο του 2025, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος αναγνώρισε δημόσια ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 δεν ήταν κοστολογημένο, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι, επειδή βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, θεωρούσαν πως μπορούσαν να λένε και κάτι παραπάνω.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Μια τέτοια παραδοχή θα έπρεπε να προβληματίζει κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

Γιατί οι οικονομικές υποσχέσεις δεν είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Αφορούν πραγματικές ζωές, οικογένειες και το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας.

Σήμερα, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ανανεώσει τη δημόσια πολιτική του εικόνα. Έχει ασφαλώς το δικαίωμα να παρουσιάσει νέες προτάσεις. Όμως η αλλαγή πολιτικής συσκευασίας δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι έχουν αλλάξει και οι οικονομικές αντιλήψεις. Αυτό αποδεικνύεται με κοστολογήσεις, συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησης και αξιοπιστία στην πράξη.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη της δικής μας γενιάς.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2010 είναι σήμερα έφηβοι και σύντομα θα αποτελούν μέρος του εκλογικού σώματος. Δεν γνώρισαν την οικονομική κρίση με τη συνείδηση και την εμπειρία ενός ενηλίκου, παρότι πολλά βίωσαν τις συνέπειές της μέσα στις οικογένειές τους.

Εμείς όμως τη ζήσαμε. Και δεν δικαιούμαστε να ξεχάσουμε.

Δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει η οικονομία. Δεν μπορούμε να παρασυρόμαστε ξανά από εύηχα συνθήματα, χωρίς να εξετάζουμε ποιος θα πληρώσει και πότε.

Και προς τη νέα γενιά θέλω να απευθύνω μια ιδιαίτερη πρόσκληση.

Μην πιστέψετε όσα γράφω επειδή είμαι μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας. Ούτε όμως να τα απορρίψετε γι’ αυτόν τον λόγο.

Σήμερα έχετε στα χέρια σας κάτι που εμείς, στην ηλικία σας, δεν μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε. Την πληροφορία, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ανοίξτε οποιασδήποτε πλατφόρμα Α.Ι. Αναζητήστε τις ιστορικές δηλώσεις, τις οικονομικές αποφάσεις, τα μνημόνια, τις υποσχέσεις και όσα τελικά πραγματοποιήθηκαν. Ζητήστε πηγές, ελέγξτε τις απαντήσεις, ανατρέξτε στα επίσημα στοιχεία της Βουλής, της Τράπεζας της Ελλάδος και των ευρωπαϊκών θεσμών. Ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει λάθη. Γι’ αυτό η τελική κρίση πρέπει να είναι δική σας.

Μη ζητάτε από κανέναν να σκέφτεται για λογαριασμό σας. Ερευνήστε, συγκρίνετε, αμφισβητήστε και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα.

Εγώ καταθέτω τη μαρτυρία μιας γενιάς που έζησε τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Εσείς έχετε τη δυνατότητα να εξετάσετε τα γεγονότα και να αποφασίσετε ποια διδάγματα αξίζει να κρατήσετε για το δικό σας μέλλον.

Ο λαός μας το λέει απλά: «Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι».

Αυτή η ιστορική εμπειρία εξηγεί και γιατί η σημερινή προσπάθεια πρόωρης αποπληρωμής μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει επιλέξει να συνδυάζει τις κοινωνικές και φορολογικές παρεμβάσεις με δημοσιονομικό προγραμματισμό, τη σταδιακή μείωση του χρέους και την τήρηση των ευρωπαϊκών κανόνων.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Οι πρόωρες εξοφλήσεις δανειακών υποχρεώσεων, που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, και η προσπάθεια συνέχισής τους αποτελούν μέρος αυτής της προσέγγισης. Δεν εξαφανίζουν αυτομάτως τα προβλήματα της κοινωνίας, ούτε σημαίνουν ότι κάθε κυβερνητική επιλογή είναι υπεράνω κριτικής. Μπορούν όμως, όταν πραγματοποιούνται με οικονομικά συμφέροντες όρους, να περιορίζουν μελλοντικές δαπάνες για τόκους και να ενισχύουν την ανθεκτικότητα της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη σημαντική υποχώρηση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ελλάδας. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, αλλά η πορεία αποκλιμάκωσής του είναι μια ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με όσα γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η έμφαση της σημερινής κυβέρνησης στη δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί μια σημαντική επιλογή ευθύνης. Και αυτή η πρόοδος πρέπει να συνεχιστεί και να μεταφραστεί σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.

Γιατί το νοικοκύρεμα του κράτους δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν έχει αξία μόνο ως ένας αριθμός στον προϋπολογισμό. Έχει αξία όταν επιτρέπει καλύτερους μισθούς, σταθερότερες δουλειές, ουσιαστική κοινωνική στήριξη και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους, χωρίς να δημιουργεί νέους δυσβάσταχτους λογαριασμούς.

Η πραγματική ευημερία δεν είναι εκείνη που δανειζόμαστε από το αύριο. Είναι εκείνη που μπορούμε να διατηρήσουμε και αύριο.

Με ορίζοντα το 2030, η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει να χτίζει πάνω στη δημοσιονομική σταθερότητα, στην παραγωγή, στις επενδύσεις και στην εμπιστοσύνη. Με πολιτικές που μπορούν να εφαρμοστούν και όχι απλώς να χειροκροτηθούν από ένα προεκλογικό ακροατήριο.

Πληρώσαμε τον λογαριασμό. Δεν θα τον αφήσουμε στα παιδιά μας!

Κανένας δεν ζητά μια κοινωνία χωρίς παροχές ή χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη. Το αντίθετο. Ζητούμε μια χώρα που θα μπορεί να στηρίζει πραγματικά τους πολίτες της, χωρίς να υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών τους.

Και εδώ επιστρέφω στη δική μου γενιά.

Εμείς που γεννηθήκαμε τη δεκαετία του ’70 και μεγαλώσαμε τη δεκαετία του ’80, που ενηλικιωθήκαμε με όνειρα και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη οικονομική δοκιμασία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να θυμόμαστε.

Δεν χρειάζεται να υποδείξουμε στους νεότερους τι θα ψηφίσουν. Οφείλουμε όμως να τους μεταφέρουμε την εμπειρία μας και να τους μάθουμε να απαιτούν αλήθεια, λογοδοσία και υπεύθυνες οικονομικές προτάσεις από όποιον διεκδικεί την εξουσία.

Γιατί η ιστορία δεν πρέπει να αποτελεί μόνο αντικείμενο ανάμνησης. Πρέπει να γίνεται οδηγός για το μέλλον.

Λέγεται συχνά πως όποιος ξεχνά την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει.

Εμείς δεν την ξεχάσαμε. Την πληρώσαμε.

Και αν υπάρχει ένα χρέος που οφείλει να αναλάβει σήμερα η δική μας γενιά, είναι αυτό:

Να παραδώσουμε στα παιδιά μας μια Ελλάδα με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερα βάρη. Μια πατρίδα που θα τους επιτρέπει να χτίσουν το δικό τους μέλλον, αντί να πληρώνουν διαρκώς για το παρελθόν των άλλων.

Γιατί εμείς πληρώσαμε τον λογαριασμό. Και δεν θέλουμε να τον κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας.