Μια χώρα χωρίς ορίζοντα
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Φίλιππος Γκανούλης, πολιτικός μηχανικός, πρώην Περιφερειακός Σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος κόπωσης που νιώθει κανείς όταν παρακολουθεί επί χρόνια τον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Δεν είναι όμως η κλασική κόπωση από τις έριδες ή τα σκάνδαλα. Είναι κάτι πιο ανησυχητικό: η κόπωση από την απουσία. Από το ότι κανείς, στην ουσία, δεν λέει κάτι για το πού θέλει να πάει αυτή η χώρα.
Το πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής δεν είναι η κομματική φθορά, η επικοινωνιακή υπερβολή ή η αναξιοπιστία των προσώπων. Αυτά είναι συμπτώματα μιας βαθύτερης παθολογίας: της ολικής απουσίας οράματος. Και αυτή η απουσία δεν είναι δευτερεύον ζήτημα — είναι το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας.
Αν παρατηρήσει κανείς με ψυχραιμία το σύστημα, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Άλλες δυνάμεις διαχειρίζονται την καθημερινότητα χωρίς κανέναν ιστορικό ορίζοντα. Άλλες αντιπολιτεύονται με πάθος, αλλά αδυνατούν να περιγράψουν πειστικά τι θα έκαναν στη θέση τους. Και άλλες αναπαράγουν γενικόλογες διακηρύξεις — ανάπτυξη, μεταρρυθμίσεις, πρόοδος — χωρίς ποτέ να εξηγούν για ποια Ελλάδα μιλούν, για ποιους ανθρώπους, και με ποια κοινωνική ισορροπία.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική ζωή που φτωχαίνει συνεχώς σε περιεχόμενο. Η χώρα δεν συζητά σοβαρά για το παραγωγικό της μοντέλο, για τη δημογραφική κάμψη που αδειάζει ολόκληρες περιφέρειες, για τη σχέση ανάπτυξης και περιβάλλοντος σε μια εποχή που οι κλιματικές συνέπειες δεν είναι πλέον θεωρητικές, για τη θέση της χώρας σε έναν κόσμο που ανακατατάσσεται γεωπολιτικά με ταχύτητα που δύσκολα παρακολουθούμε. Αντί για στρατηγική, έχουμε επικοινωνία. Αντί για σχέδιο, έχουμε αντανακλαστικά. Αντί για πολιτική με βάθος, έναν μόνιμο εκλογικό παρόντα χρόνο.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η κανονικοποίηση αυτής της κατάστασης. Σαν να θεωρείται πια αποδεκτό μια χώρα να πορεύεται χωρίς μακρόπνοη κατεύθυνση. Αρκεί να μη βυθιστεί. Αρκεί να σταθεροποιηθούν κάποιοι δείκτες. Αρκεί να εναλλάσσονται πρόσωπα γύρω από τα ίδια παλιά σενάρια.
Μια κοινωνία, όμως, δεν εμπνέεται από τη διαχείριση. Δεν κινητοποιείται από υποσχέσεις που δεν ξεφεύγουν από το αόριστο. Και δεν αντέχει ιστορικά όταν δεν της δίνεται ένας πειστικός λόγος να πιστέψει ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο — και πάνω απ’ όλα, δικαιότερο — από το σήμερα.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα νέο εθνικό και κοινωνικό όραμα. Ένα όραμα που να απαντά με σαφήνεια σε ερωτήματα που εδώ και χρόνια παραμένουν αναπάντητα: Πώς θα ξαναγίνει η χώρα παραγωγική; Πώς θα δοθεί στη νέα γενιά λόγος να μείνει και να δημιουργήσει εδώ, αντί να αναζητά αλλού αυτά που εδώ αρνούμαστε να της προσφέρουμε; Πώς θα αποκτήσει η περιφέρεια πραγματική ισχύ — όχι επικοινωνιακή; Πώς θα συνδεθούν παιδεία, γνώση και καινοτομία με μια οικονομία που σέβεται τον άνθρωπο; Και πώς θα ενισχυθεί η δημοκρατία, τη στιγμή που ο πολίτης νιώθει ολοένα πιο μακριά από τις αποφάσεις που τον αφορούν άμεσα;
Χωρίς τέτοιες απαντήσεις, το κενό δεν μένει κενό. Το καταλαμβάνουν οι αγορές, οι φόβοι, ή εκείνες οι φωνές που προσφέρουν απλές και δυνατές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα — και που ιστορικά έχουν αποδείξει πού οδηγούν.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μια ανακύκλωση αφηγήσεων, ούτε άλλα πρόσωπα να ντύνουν τις ίδιες παλιές ιδέες με φρέσκια ρητορική. Χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο που να ενώνει παραγωγή και κοινωνική δικαιοσύνη, περιβάλλον και ανάπτυξη, δημοκρατία και εθνική αυτοπεποίθηση. Ένα σχέδιο που να μιλά στον κόσμο ξεκάθαρα και να τον σέβεται αρκετά ώστε να του λέει την αλήθεια. Μια χώρα μπορεί να επιβιώνει χωρίς όραμα. Αλλά δεν μπορεί να προχωρήσει. Και όταν μια κοινωνία παύει να εμπνέεται από το μέλλον της, δεν το χάνει μονομιάς — το αφήνει να φεύγει, αθόρυβα, κομμάτι κομμάτι.