«Μετά θάνατον», εκεί που φωνάζει η ζωή – Μία συνέντευξη του Παύλου Κοστίλεβ

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Κώστας Παρχαρίδης, Γκαλερίστας, Costas Parcharidis-Chalkos Art Gallery

«Μετά θάνατον», εκεί που φωνάζει η ζωή – Μία συνέντευξη του Παύλου Κοστίλεβ

Αποκάλυψη αποτελεί η έκθεση του Παύλου Κοστίλεβ στην Chalkos gallery με έργα που αναδεικνύουν έναν ανερχόμενο καλλιτέχνη που οπωσδήποτε θα μας απασχολήσει και στο μέλλον. Η εγκράτεια στην τεχνική του, προϋποθέτει συνέπεια υψηλού επιπέδου, οι διαρκείς καταδύσεις σε ταξίδια στο υποσυνείδητο, το παιχνίδισμα με τη λίμπιντο, ο διάλογος με συμπαγείς γραμμές που αν και αέναες καταλήγουν σε ένα συγκεκριμένο σύνολο που αποζητά τον συνομιλητή του. Μόνο που ο διάλογος είναι σιωπηλός. Ψιθυρίζει στη σκέψη όσα δεν μπορεί να πει φωναχτά αν και το λαχταρά.  

Η δουλειά του Κοστίλεβ που παρουσιάστηκε στη Chalkos Gallery προδιαθέτει για εσωτερική κουβέντα. Αφήνει τον θεατή ελεύθερο να αισθανθεί και να απολαύσει τα χρώματα που ανθίζουν στο φαινομενικά άχρωμο,  δουλεμένο με σινική μελάνη χαρτί. Αποτυπώνει την πολυσύνθετη ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς να δραματοποιεί. Η έκθεση “Μετά θάνατον” του Παύλου Κοστίλεβ προσκαλεί τον θεατή να δει τη ζωή φορώντας ένα άλλο βλέμμα.

Μέσα από άκρατη λεπτομέρεια, αναδεικνύεται ένα άκρως δημιουργικό κάδρο από έναν νέο καλλιτέχνη που διακρίθηκε στη διοργάνωση Mataroa Awards Art Fair 2024. Ο Παύλος Κοστίλεβ γεννήθηκε το 1990 και σπούδασε ζωγραφική στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2025 συμμετείχε στην Art Thesaloniki 2025 με την Chalkos Gallery.

Τα έργα σας χαρακτηρίζει μια πρόσκληση για κατάδυση στο άβατο του ψυχισμού. Είναι μια πρόκληση προς τον θεατή;

Πιο πολύ αφορά μια πρόκληση προς τον εαυτό μου. Είναι μια εσωτερική πάλη με προσωπικά βιώματα, υπό το πρίσμα μεταξύ αγαθού και πονηρού – με τη θρησκευτική έννοια. Τα έργα μου αντανακλούν μια πολύ έντονη συναισθηματική κατάσταση προς τα άκρα. Είναι μια πρόσκληση προς τον θεατή ώστε να συναισθανθεί τον δικό μου εσωτερικό κόσμο αλλά και τον εαυτό του. Να μπει σε μια προσωπική εσωτερική αναζήτηση.

Παρά την σκληρή πραγματικότητα που αποπνέει συχνά η δουλειά σας, αναδύεται μονίμως η ζωή. Τελικά ποια είναι η στάση ζωής που προτείνετε;

Δεν προσπαθώ να πω κάτι με το έργο μου. Απλά βγαίνουνε δικά μου συναισθήματα και βιώματα. Ζωή για μένα σημαίνει μητρότητα. Στο έργο μου εμφανίζεται λίγο αρνητικά. Εμφανίζονται για παράδειγμα φιγούρες με διογκωμένες κοιλιές. Θεωρώ όμως πολύ όμορφο και είναι ευλογία από το Θεό η μητρότητα. Ένα παιδί είναι ευτυχία, η οικογένεια είναι ελπίδα.

Ανάμεσα σε οστά και κρανία στα έργα σας η ελπίδα λοιπόν; Υπερισχύει η ζωή;

Θα διαφωνήσω σε αυτό. Μπορεί να έχω σε ένα έργο, όπως είναι η αφίσα της έκθεσης για παράδειγμα, έναν γυναικείο μαστό. Ο μαστός μαζί με τη μασχάλη μου θυμίζουν τη μητέρα μου από μικρό παιδί.  Ίσως να έδωσα ένα βάρος σε αυτό αλλά έρχεται σε αντίφαση με ένα έργο με κρανία. Ο θάνατος υπάρχει γιατί υπάρχει η απώλεια. Απώλεια σημαίνει ότι υπήρχε ζωή, αλλά χάθηκε. Στον τίτλο αυτής της έκθεσης,  «Μετά θάνατον», προσωποποίησα κάποια από τα πάθη του ανθρώπου, σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά όχι με σκοπό να κατακρίνω. Επίσης σε κάποια έργα μου υπάρχει χιουμοριστικό στοιχείο που βγαίνει ενστικτωδώς. Ο πρώτος που το παρατήρησε είναι ο κ. Γιώργος Τσακίρης, καθηγητής μου στη Σχολή Καλών Τεχνών. Μετά το κατάλαβα κι εγώ. Το χιούμορ είναι δοσμένο από το Θεό, ενώ η ειρωνεία ξεσκίζει την ψυχή του ανθρώπου, σκοτώνει με λόγια. Το χιούμορ κάνει τον άνθρωπο να γελάσει, να ξεχαστεί.

Το έργο σας χαρακτηρίζεται από λιτές γραμμές, απουσία χρώματος, πλούτο συναισθημάτων και ερεθισμάτων. Επιτηδευμένη αντίφαση ή  παιχνίδι ρόλων;

Αντίφαση ναι.  Αποτυπώνεται με γαλήνιο τρόπο. Στην τεχνική μου υπάρχει μία γαλήνη αλλά έρχεται σε σύγκρουση με το απεικονιζόμενο θέμα, το οποίο είναι κάπως διαταραγμένο, κάπως νοσηρό. Εκφράζει την αναζήτηση της πολυπόθητης ηρεμίας.

 

Σε αυτό που παραθέτετε ως «διαταραγμένο» και «νοσηρό» υπάρχει και το αντίθετο του;

Σε μία άλλη περίοδο στο μέλλον, ανάλογα με την εξέλιξη της δουλειάς μου, ίσως ναι. Δεν μπορώ να το απαντήσω τώρα.

Θα μας πείτε μερικά λόγια για την τόσο λιτή τεχνική σας και τα υλικά που χρησιμοποιείτε;

Το υλικό που χρησιμοποιώ είναι σινική μελάνη. Κινούμαι πάνω στο μαύρο-άσπρο, απουσία χρώματος. Σπανίως θα βάλω χρώμα. Με γοητεύει το μελάνι και η διαδικασία:  Το βουτάω με την πένα, γράφω, είναι μαγικό για μένα. Δουλεύω σε τραπέζι όρθιος, αν δεν κινούμαι, στριφογυρνάω το έργο. Είναι αδύνατο να κάτσω συνέχεια, για ώρες πάνω από αυτό και κάνω τακτικά διαλείμματα. Συνήθως υπάρχουν προσχέδια, κάποιες ιδέες, κάποιες παλιότερες ιδέες. Δουλεύω με δύο τρόπους: Άλλοτε υπάρχει προσχεδιασμός, άλλοτε απλά ξεκινάω ένα σκίτσο. Δεν σκέφτομαι κάτι, απλά αρχίζω και γράφω, κυρίως με το στυλό γιατί χρησιμοποιώ πολύ και το  μαύρο στυλό. Δουλεύοντας μπορεί να δω ένα ανθρώπινο μάτι, μπορεί να δω μετά να βγαίνει μία μύτη,  δημιουργείται ένα πρόσωπο και χτίζεται λίγο-λίγο.

Πότε θυμάστε τον εαυτό σας να ασχολείται με μπογιές και μολύβια;

Ζωγραφίζω από 8 χρονών. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι μου αρέσει η ζωγραφική επειδή αναγνωρίστηκε μία ζωγραφιά μου που είχα κάνει στη δευτέρα τάξη του δημοτικού. Μαζεύτηκαν παιδάκια γύρω μου και το θαυμάζανε. Μου άρεσε πολύ αυτό. Πήγα σπίτι και ζήτησα από τη μητέρα μου να αρχίσω ζωγραφίζω. Σιγά σιγά οικογενειακοί φίλοι και γείτονες μου χαρίζανε μπλοκ και χρώματα. Αργότερα η μητέρα μου με έγραψε σε ένα εικαστικό εργαστήρι στην Σταυρούπολη, τότε λεγόταν ΙΡΙΣ. Στην εφηβεία δεν πολυζωγράφιζα. Όταν ήμουν 16 ετών η μητέρα μου όμως έκανε την εγγραφή μου σε ένα φροντιστήριο, όπου παρακολούθησα μαθήματα για έναν χρόνο. Στα 17 μου μπήκα κατευθείαν στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έτσι, ξεκίνησα στη σχολή.

Δεν ήταν μια σημαντική αναγνώριση για έναν τόσο νέο άνθρωπο όπως εσείς;

Την αγάπησα τη σχολή, ήμουν ενθουσιασμένος. Μπήκα με το σύστημα που το ονομάζουν «τα ταλέντα». Ήμασταν αρκετά παιδιά σε αυτή την κατηγορία, δεν ήμουν ο μόνος. Ήμουν 17 ετών και πήγαινα ακόμα στο σχολείο. Όταν τελείωσα το σχολείο ήμουν ήδη στο τρίτο έτος. Τελείωσα μεν το σχολείο, αλλά αυτό που με ενδιέφερε ήταν η σχολή στην οποία ήμουν μόνιμος κάτοικος. Χριστούγεννα, Πάσχα όταν έλειπαν όλοι, ήταν σαν δεύτερο σπίτι για μένα η σχολή. Τότε ήταν που έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά: Εκανα σπουδή μοντέλου, ελαιογραφία, αλλά αυτό που θυμάμαι είναι ότι με τη ζωγραφική συνειδητοποίησα ότι όταν δούλευα με το χρώμα αισθανόμουνα ασφάλεια, αισθανόμουνα γαλήνη σαν μωρό στην αγκαλιά της μάνας.

Μπορείτε να μας περιγράψετε πώς διαμορφώθηκε αυτός ο συνδυασμός μιας απαιτητικής τεχνικής και μιας παράλληλης αφήγησης που συνταιριάζετε τόσο καλά;

Ο Χανς Μπελμερ (Hans Bellmer) επηρέασε πολύ  τη δουλειά μου. Κάποια στοιχεία που εμφάνιζα στα δικά μου έργα αργότερα συνειδητοποίησα ότι κάπως συνδεόντουσαν. Απεικόνιζε για παράδειγμα ερωτικές διαστροφές, τον θάνατο και τον έρωτα. Αυτός ο καλλιτέχνης ήτανε για μένα κορυφή. Επίσης ο Ιγκον Σίλε (Egon Schiele) με επηρέασε αλλά ασυνείδητα, χωρίς να το καταλαβαίνω. Δύο καλλιτέχνες που θεωρώ ότι έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του ύφους μου είναι ο Chris Moyen, designer για μουσικά άλμπουμ μιας ιδιαίτερης μουσικής. Είχα δει ένα έργο του, ένα σχέδιο το οποίο μου τράβηξε την προσοχή, με συντάραξε κάπως και επιχείρησα να κάνω κάτι παρόμοιο φεύγοντας από την σχολή και ένας street artist τον οποίο γνωρίζω και προσωπικά όταν ήμουνα και πιο μικρός. Άρχισαν να με συγκλονίζουν οι διαστρεβλωμένες γραμμές από τα «νερά» που κάνει το ξύλο. Οι γραμμές που κινούνται ομαλά και ρέουν, όλο αυτό με ενθουσίαζε. Το ξανάπιασα αυτό το θέμα πολύ αργότερα, το 2012 όπου έκανα μία σειρά πορτρέτων σε μια πολύ πρώιμη απόπειρα. Πάνω σε αυτό το μοτίβο κινούμαι σήμερα. Κάτι αντίστοιχο με τα νερά του ξύλου είναι το δακτυλικό αποτύπωμα. Όταν δούλευα στη σπουδή μοντέλου χρησιμοποιούσα σινική μελάνι. Ακουμπούσα μία σταγόνα και με το δάχτυλο έπλαθα το μελάνι. Άφηνα δαχτυλικά αποτυπώματα και έτσι έπλαθα τόνους

Οι επιρροές αυτές είναι πολύ μοντέρνες, δεν έχουν να κάνουν με αυτό που λέμε «κλασσικός δάσκαλος». Δεν υπάρχει κάποια σύνδεση με δασκάλους σας από τη σχολή;

Στη σχολή δασκάλους μου θεωρώ τον Κυριάκο Μορταράκη και τον Γιώργο Τσακίρη με τους οποίους είχα μεγαλύτερη οικειότητα. Ο,τι έμαθα, το έμαθα από αυτούς.

 

Εν κατακλείδι ποια είναι η σημασία της τέχνης στη ζωή σας;

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς την τέχνη γιατί είναι ένα καταφύγιο για τους περισσότερους καλλιτέχνες σε κάθε είδος τέχνης. Για μένα είναι καταφύγιο προβλημάτων, αρνητικών συναισθημάτων, συγκεχυμένων σκέψεων. Με ηρεμεί. Πριν αρχίσω να δουλεύω, το ξεκίνημα μου φαίνεται βουνό ολόκληρο, αλλά όταν μπω στη διαδικασία το καταφέρνω. Μετά ρέει μόνο του. Επίσης απαιτεί πολύ υπομονή και εγώ σαν άνθρωπος δεν έχω υπομονή.  Αυτό που κάνω στις ζωγραφική για μένα είναι σαν να τρέφομαι, σαν να πίνω νερό. Είναι κάτι πολύ φυσικό. Η απουσία δημιουργικότητας για έναν καλλιτέχνη άμα δεν εργάζεται θα ήταν μια ανούσια ζωή, νομίζω δηλαδή πως θα ήταν σαν θάνατος. Για έναν καλλιτέχνη, όπως ισχύει και στη δική μου περίπτωση είναι σημαντικό να συνεχίσει να ζωγραφίζει ακόμα και μέσα σε δυσκολίες και κακές συνθήκες.