Η υγεία των γυναικών – βαθιά ανθρώπινο, απολύτως πολιτικό θέμα

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Χρυσάνθη Σαρδέλη, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Κλινικός Φαρμακολόγος με εξειδίκευση στην Αναπαραγωγική Τοξικολογία, Αναπλ. Καθηγήτρια Φαρμακολογίας-Κλινικής Φαρμακολογίας ΑΠΘ

Η υγεία των γυναικών – βαθιά ανθρώπινο, απολύτως πολιτικό θέμα
Εικόνα: Unsplash

Προ λίγων ημερών, όταν και εορτάστηκε η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, πολλές και πολλοί, γιατροί ή ακαδημαϊκοί και μη, στην Ελλάδα και αλλού, μίλησαν, έγραψαν, σχολίασαν ποικιλοτρόπως το τι σηματοδοτεί για αυτούς/ές η μέρα. Μεταξύ αυτών, δανή μαιευτήρας- υναικολόγος-γενετίστρια, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Aarhus, αναρτώντας στην πλατφόρμα Linkedin μικρό κείμενο της σχετικά σχετικά με παρουσία της στη δανέζικη κρατική τηλεόραση, με θέμα τις ανισότητες στην υγεία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η συνεντευξιαζόμενη υπογράμμισε ό, τι ιστορικά, πολλές ιατρικές γνώσεις έχουν αναπτυχθεί με βάση το ανδρικό σώμα ως πρότυπο. Οι γυναίκες συχνά υποεκπροσωπούνται στις κλινικές μελέτες, είτε μελετάται φάρμακο, είτε όχι, ενώ πολλές ασθένειες εκδηλώνονται διαφορετικά στις γυναίκες. Αυτό σημαίνει ότι τυχόν συμπτώματα είναι πιο πιθανό να χαρακτηριστούν άτυπα, με αποτέλεσμα καθυστέρηση διάγνωσης και έναρξης θεραπείας ή/και την εφαρμογή ακατάλληλων (αναποτελεσματικές ή/και επισφαλείς) θεραπειών στις πάσχουσες γυναίκες. Προφανώς δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στη Δανία και είναι χειρότερο όταν αφορά γυναίκες ευάλωτες, φτωχότερες, μη λευκές. Κατέληγε σε μια βεντάλια σχετικών θετικών νέων για τη δανέζικη πραγματικότητα αναφορικά με τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, την ερευνητική οργάνωση και τις εθνικές πολιτικές προτεραιότητες.

Ας δούμε πως αυτά μεταφράζονται στην ελληνική ιατρική-ακαδημαϊκή πραγματικότητα:

  • Ενίσχυση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων – στη Δανία επεκτάθηκε πρόσφατα το χρονικό όριο για άμβλωση από 12 σε 18 εβδομάδες κύησης, κάτι που αναφέρεται ως σημαντική αλλαγή γιατί «μειώνει την ανάγκη για διαβούλευση και σηματοδοτεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις αποφάσεις των γυναικών σχετικά με την εγκυμοσύνη και το σώμα τους».

– Στα «δικά μας», προ εβδομάδων ανακινήθηκε από φερέλπιδα πολιτικό το θέμα ως αναγκαίο να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση με απώτερο στόχο, όπως έγινε αντιληπτό, την περιστολή των θεσμοθετημένων προβλέψεων, ως ζήτημα ηθικής, προβαλλόμενο μάλιστα και ως αντίδοτο στην υπογεννητικότητα που μαστίζει τη χώρα, κάτι που δεν στοιχειοθετείται καθόλου. Η καταδίκη των παραπάνω από τον πολιτικό κόσμο και τους απλούς πολίτες ήταν σχεδόν καθολική αλλά, είναι όντως πειστική και κυρίως αρκετή αυτή για τη διασφάλιση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των Ελληνίδων, όταν πολλά νοσοκομεία της χώρας δεν διαθέτουν ειδικούς μαιευτήρες-γυναικολόγους για να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες ή όταν αυτές παρέχονται, παρέχονται αποσπασματικά;** Ή όταν η χώρα δεν διαθέτει ακριβή στοιχεία για τον ετήσιο αριθμό αμβλώσεων, γιατί αυτές καταγράφονται για «κοινωνικούς λόγους» στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια που κατά βάσει τις παρέχουν ως «θεραπευτική απόξεση» και όχι ως «τεχνητή διακοπή κύησης» (χειρουργική ή φαρμακευτική) όπως είναι το ορθό, δίνοντας το δικαίωμα σε κάθε λογής τυχοδιώκτες να αναφέρονται σε νούμερα τα οποία δεν τεκμηριώνονται πουθενά για δικούς τους σκοπούς;

  • Ενίσχυση της ερευνητικής οργάνωσης & δραστηριότητας – στη Σχολή Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Aarhus της Δανίας δημιουργήθηκε ένα νέο ερευνητικό δίκτυο για την υγεία των γυναικών με όνομα «Συμμαχία για την Υγεία των Γυναικών», πρωτοβουλία που κρίθηκε απαραίτητη γιατί πιστεύεται πως παρέχει καλύτερες ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ κλινικών ιατρών, επιδημιολόγων, βιολόγων και κοινωνικών επιστημόνων – και, ως εκ τούτου, καλύτερες συνθήκες για την απόκτηση νέων, απαραίτητων γνώσεων για τη γυναικεία υγεία.

– Αυτό που δεν ανέφερε η ανάρτηση της δανής γιατρού είναι πως η ίδρυση του εν λόγω δικτύου (και αντίστοιχων) δεν γίνεται από καπρίτσιο ή μόδα αλλά γιατί είναι απαραίτητο, απαιτώντας λεπτομερή σχεδιασμό, μακρόπνοη στρατηγική και φυσικά επαρκή κονδύλια χρηματοδότησης. Στην Ελλάδα, ενώ προτείνεται η ίδρυση Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας, το οποίο διάφοροι εγχώριοι αλλά και στην αλλοδαπή διαβιούντες Έλληνες σχολιαστές χαιρετίζουν, την τελευταία δεκαετία έχουμε, εκτός από σαφή αποδυνάμωση του ΕΛΙΔΕΚ, βασικού μηχανισμού χρηματοδότησης της έρευνας στη χώρα, αποτυχία εν τοις πράγμασι πολλών προγραμμάτων κρατικής χρηματοδότησης της έρευνας. Ενδεικτικά αναφέρονται τα προγράμματα «Πανεπιστήμια Αριστείας», «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας» και «Trust Your Stars-Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας», όπου στο πρώτο τα χρήματα ξοδεύτηκαν αναποτελεσματικά, στο δεύτερο θα αξιοποιηθούν πολύ λιγότεροι πόροι επειδή η δουλειά που είχε προγραμματιστεί να γίνει σε 2 χρόνια συμπιέστηκε σε 10 μήνες, ενώ στο τρίτο έργο, οι μεγάλες καθυστερήσεις και ο εμφανώς παράδοξος τρόπος αξιολόγησης των προτάσεων κατέληξαν στο να λήξει και άρα να χαθεί η χρηματοδότηση από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Δέον να αναφερθεί εδώ το τρέχον ποσοστό δαπανών για Έρευνα & Ανάπτυξη ως % του ΑΕΠ που βρίσκεται γύρω στο 1,5% έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 2,3%. Είναι μάλλον ουτοπικό να συζητούμε τέτοιου είδους στόχευση της ερευνητικής χρηματοδότησης (δηλαδή για θέματα υγείας των γυναικών), έστω και αυτής της πενιχρής.

  • Εθνική πολιτική προτεραιότητα – η συζήτηση σχετικά και η επακόλουθη δημιουργία της «Συμμαχίας για την Υγεία των Γυναικών» στη Δανία συνέβαλε στη δημιουργία πολιτικής υποστήριξης για ένα εθνικό ερευνητικό κέντρο για την υγεία των γυναικών. Ένα τέτοιο κέντρο χαιρετίστηκε ως κορυφαία πολιτική πρωτοβουλία γιατί θα συλλέγει δεδομένα, θα ενισχύει την έρευνα και τελικά υπολογίζεται πως θα διασφαλίζει ότι οι νέες γνώσεις μεταφράζονται σε καλύτερη διάγνωση και θεραπεία για τις γυναίκες, για αυτό και χρηματοδοτήθηκε με 160 εκατομμύρια κορώνες Δανίας, αν και το ποσό κρίνεται ανεπαρκές και πρέπει να αυξηθεί.

– Περιττό να αναφερθεί πως δεν υπάρχει αντίστοιχη συζήτηση και σχεδιασμός στη χώρα μας, ούτε τέτοια δημοσιονομική πρόβλεψη ή έστω δυνατότητα, ενώ οι γυναίκες αποτελούν μειοψηφία τόσο στις θέσεις ευθύνης/διοίκησης στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της υγείας αλλά και στην έρευνα που διεξάγεται εντός και εκτός ΑΕΙ. Στοιχεία, δε, του ΕΛΙΔΕΚ για το φύλο όσων χρηματοδοτούνται από ελληνικές πηγές ερευνητικής χρηματοδότησης δείχνουν πως για την περίοδο 2016-2020 μόνο το 35% της συνολικής εγκεκριμένης χρηματοδότησης κατευθύνθηκε σε γυναίκες ερευνήτριες, ενώ το 65% σε άνδρες, με το νούμερο να πέφτει στο 20% για χρηματοδότηση ερευνητικών έργων που αφορούν ερευνήτριες ανώτερης ακαδημαϊκής βαθμίδας, βαθμίδας όπου οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σημαντικά στην Ελλάδα, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου δεδομένα για τη χρηματοδότηση έρευνας που σχετίζεται με το φύλο (με την έννοια που παρουσιάζεται εδώ, δηλαδή για ζητήματα υγείας των γυναικών).

Εν έτει 2026 τα δεδομένα για την Ελλάδα είναι το λιγότερο απογοητευτικά για κάτι τόσο κρίσιμο, όπως η σωματική και ψυχική υγεία του μισού πληθυσμού της χώρας, παρά το γεγονός πως παγκοσμίως η υγεία των γυναικών βρίσκεται όλο και περισσότερο στο προσκήνιο. Δεν είναι θέμα φύλων, είναι θέμα βαθιά ανθρώπινο και, εντέλει, θέμα όλων μας, άρα πολιτικό. Όταν κατανοούμε καλύτερα τις βιολογικές και κοινωνικές διαφορές, η ιατρική γίνεται πιο ακριβής και τελικώς αποτελεσματικότερη και άρα φθηνότερη. Η ενδυνάμωση των γυναικών μέσα από τη βελτίωση της υγείας τους σημαίνει ενδυνάμωση όλων μας. Ας μην το αναλύουμε περισσότερο. Υπάρχουν, ευτυχώς, διεθνείς «καλές πρακτικές» από τις οποίες μπορούμε να διδαχθούμε.