Η τέχνη ως επενδυτικό εργαλείο στην Ελλάδα: Μύθος, ευκαιρία ή μια αγορά που δεν έχει ωριμάσει ακόμη;

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Κώστας Παρχαρίδης, Γκαλερίστας, Costas Parcharidis-Chalkos Art Gallery

Η τέχνη ως επενδυτικό εργαλείο στην Ελλάδα: Μύθος, ευκαιρία ή μια αγορά που δεν έχει ωριμάσει ακόμη;
Unsplash

Η τέχνη εμφανίζεται όλο και πιο συχνά σε συζητήσεις ως μια εναλλακτική επενδυτική επιλογή στην Ελλάδα. Σε ένα περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές τοποθετήσεις έχουν κλονιστεί, πολλοί αναζητούν και κάτι διαφορετικό στο χαρτοφυλάκιό τους – κάτι που να συνδυάζει αξία, προοπτική και ταυτόχρονα πολιτιστικό και αισθητικό αποτύπωμα.

Εδώ όμως ξεκινά η παρεξήγηση.

Η ιδέα ότι η τέχνη «ανεβαίνει πάντα» και αποφέρει εύκολα κέρδη είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Η αγορά τέχνης δεν είναι χρηματιστήριο. Δεν λειτουργεί με γρήγορες αποδόσεις ούτε με μαζικές λογικές. Και σίγουρα δεν είναι ένα πεδίο που αφορά μόνο τους πολύ πλούσιους. Αντίθετα, σήμερα υπάρχουν έργα νέων και ανερχόμενων καλλιτεχνών που δίνουν τη δυνατότητα σε έναν πιο συνειδητοποιημένο αγοραστή να μπει στην αγορά με στρατηγική.

Το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: η ελληνική αγορά τέχνης παραμένει ανώριμη. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την ποιότητα. Η σύγχρονη ελληνική τέχνη έχει δυνατές φωνές, αξιόλογη παραγωγή και διεθνείς δυνατότητες. Το πρόβλημα είναι δομικό. Λείπει η διαφάνεια, η τεκμηρίωση, η συνέχεια. Λείπουν τα δεδομένα που κάνουν έναν επενδυτή να αισθανθεί ασφαλής.

Οι τιμές συχνά δεν βασίζονται σε σαφή δεδομένα, ενώ η έγκυρη  πληροφόρηση είναι περιορισμένη και αποσπασματική. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «αξίας» γίνεται εύκολα θολή. Γιατί στην τέχνη, η αξία δεν είναι μόνο αισθητική – είναι αποτέλεσμα πορείας, επιμέλειας, παρουσίας και εμπιστοσύνης.

Γι’ αυτό και η τέχνη, ως επένδυση, απαιτεί κάτι περισσότερο από χρήματα: απαιτεί πλαίσιο, γνώση, χρόνο και σωστές συνεργασίες.

Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ούτε απόλυτα «μύθος» ούτε εύκολα «ευκαιρία». Είναι μια δυνατότητα που μπορεί να εξελιχθεί σε ουσιαστική επένδυση – μόνο όταν αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και μέσα σε ένα πλαίσιο που ακόμη στην Ελλάδα χτίζεται.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο: δεν επενδύουμε απλώς σε έργα. Επενδύουμε στη διαμόρφωση και ανάπτυξη της ίδιας της αγοράς.