Η ψευδαίσθηση της «καθαρής πλευράς»
Aρθρογραφεί στο TheOpinion o Χρήστος Αβδελλάς, σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Project Manager, reframe.food, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών πολιτικών
Σήμερα δεν σε ρωτούν τι πιστεύεις. Σε ρωτούν μόνο σε ποια πλευρά ανήκεις. Αν δεν φωνάξεις το «σωστό» σύνθημα, θεωρείσαι αυτόματα «στην άλλη πλευρά». Ο δημόσιος λόγος λειτουργεί όλο και περισσότερο με τη λογική του μανιχαϊσμού: ή μαζί μας ή εναντίον μας. Χωρίς αποχρώσεις, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς χώρο για κρίση.
Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους. Είναι πρόβλημα δημοκρατικής λειτουργίας.
Η πόλωση δεν ξεκινά μόνο από τα κόμματα. Εκεί συχνά σχεδιάζεται, αλλά γρήγορα διαχέεται παντού: στα ΜΜΕ, στα κοινωνικά δίκτυα, στις καθημερινές συζητήσεις. Το κομματικό πάθος μετατρέπεται σε κοινωνική ένταση και επιστρέφει πίσω στο πολιτικό σύστημα ακόμη πιο οξυμένο. Έτσι εξαφανίζεται ο ενδιάμεσος χώρος, εκεί όπου ο πολίτης μπορεί να σκέφτεται χωρίς ταμπέλες.
Τα γεγονότα δεν είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους. Συγκρίσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο δημόσιος λόγος τα μετατρέπει σε τεστ πίστης και όχι σε αντικείμενα κρίσης. Στον τρόπο που συζητάμε σήμερα, το ζήτημα συχνά δεν είναι τι συνέβη, αλλά αν η στάση μας περνά το τεστ της «σωστής πλευράς».
Τα παραδείγματα διαφέρουν, αλλά ο μηχανισμός είναι κοινός.
Δικαιοσύνη και θεσμική κρίση εμπιστοσύνης
Η κριτική στη Δικαιοσύνη είναι θεμιτή και απαραίτητη σε κάθε δημοκρατία. Αυτό όμως που παρατηρείται όλο και συχνότερα είναι κάτι διαφορετικό: η απαίτηση ο πολίτης να «παίρνει θέση» υπέρ ή κατά της Δικαιοσύνης συνολικά, ανάλογα με το αν μια απόφαση τον ικανοποιεί πολιτικά ή συναισθηματικά. Έτσι, η ανεξαρτησία του θεσμού μετατρέπεται σε πεδίο παραταξιακής σύγκρουσης.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι χώρος πίστης ούτε αντικείμενο οπαδισμού. Κρίνεται με βάση τις διαδικασίες, τη διαφάνεια, τη συνέπεια και τον χρόνο απονομής της. Όταν κάθε απόφαση λειτουργεί ως τεστ πολιτικής ταυτότητας, ο θεσμός αποδυναμώνεται και η έννοια της θεσμικής λογοδοσίας χάνει το νόημά της.
Η ίδια λογική μεταφέρεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα η ελευθερία του λόγου.
Η ελευθερία του λόγου δεν δοκιμάζεται μόνο όταν περιορίζεται από το κράτος. Δοκιμάζεται και όταν ασφυκτιά από την κοινωνική απαίτηση ομοφωνίας. Τα τελευταία χρόνια, στον δημόσιο χώρο, από τα πανεπιστήμια μέχρι τον πολιτισμό, παρατηρείται αυξανόμενη πίεση να αποκλείονται φωνές όχι επειδή παραβιάζουν τον νόμο, αλλά επειδή δεν ευθυγραμμίζονται με το «σωστό» αφήγημα.
Η διαφωνία συγχέεται με την απειλή και ο διάλογος με την ανοχή στο «λάθος». Όμως μια κοινωνία που δεν αντέχει να ακούσει αυτό με το οποίο διαφωνεί, δεν προστατεύει την ελευθερία. Τη συρρικνώνει. Η υπεράσπιση του δικαιώματος στον λόγο δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε άποψης. Συνεπάγεται εμπιστοσύνη στη δύναμη της δημοκρατικής κρίσης.
Θεσμικός λόγος και τοξική αντιπαράθεση
Πρόσφατα, αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό και στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική αντιπαράθεση από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ένα ύφος που συχνά περιλαμβάνει προσωπικές προσβολές, καταγγελίες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και μια διαρκή ένταση που, αρκετές φορές, ξεπερνά τα όρια της θεσμικής αντιπαράθεσης. Και όλα αυτά εντός κοινοβουλευτικών διαδικασιών.
Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρή κριτική. Είναι ο τρόπος. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση προσώπων και ο αντίλογος αντικαθίσταται από κραυγές και υπονοούμενα, τότε ο δημόσιος λόγος υποβαθμίζεται και η κοινοβουλευτική λειτουργία αποδυναμώνεται.
Και εδώ επανεμφανίζεται η ίδια παγίδα: αν αντιταχθείς σε τέτοιες συμπεριφορές, θεωρείσαι αυτομάτως υπέρμαχος της κυβέρνησης. Αν ζητήσεις θεσμικό λόγο αντί για πολιτικό θέατρο, σε κατατάσσουν σε στρατόπεδο.
Όμως η απόρριψη του τοξικού ύφους δεν ισοδυναμεί με στήριξη κυβερνητικών πολιτικών. Δεν σημαίνει υπεράσπιση συγκεκριμένων υπουργών ή βουλευτών. Σημαίνει υπεράσπιση ενός ελάχιστου επιπέδου δημοκρατικής σοβαρότητας.
Το γεγονός ότι αυτή η πρακτική στρέφεται προς πάσα κατεύθυνση και όχι μόνο προς την κυβέρνηση επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό: δεν πρόκειται για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για μια κουλτούρα σύγκρουσης που διαβρώνει συνολικά τον δημόσιο χώρο.
Μεταναστευτικό και τα ψευδή διλήμματα
Λίγα ζητήματα αποτυπώνουν καλύτερα τη λογική του «όλα ή τίποτα» από τη συζήτηση για το μεταναστευτικό. Ο δημόσιος λόγος συχνά παρουσιάζει ένα ψευδές δίλημμα: ή προστατεύεις τα ανθρώπινα δικαιώματα ή προστατεύεις τα σύνορα. Όποιος επιχειρεί να μιλήσει για σύνθεση αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτές υποχρεώσεις δεν είναι αντικρουόμενες. Είναι θεσμικά αλληλένδετες. Η αποτελεσματική διαχείριση των συνόρων και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελούν κοινό πυρήνα του κράτους δικαίου. Η αδυναμία να συζητηθούν μαζί δεν είναι ένδειξη ηθικής καθαρότητας, αλλά πολιτικής ανωριμότητας.
Διαφορετικοί θεσμοί, διαφορετικά πεδία, ίδιο μοτίβο. Αν δεν υιοθετείς κάθε θέση ενός στρατοπέδου, τοποθετείσαι αυτομάτως στο απέναντι. Αν δεν πεις «όλα ή τίποτα», δεν σου αναγνωρίζεται θέση στη συζήτηση.
Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί με απόλυτα. Λειτουργεί με αμφιβολία, με διάλογο, με επίγνωση ότι η πραγματικότητα είναι σύνθετη. Η εύκολη επιλογή είναι να διαλέγεις στρατόπεδο. Η δύσκολη και ώριμη επιλογή είναι να κρίνεις κάθε γεγονός με βάση τα δεδομένα του.
Σε όλα αυτά, το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε τη σωστή πλευρά. Είναι να διατηρήσουμε τον χώρο της κρίσης.
Δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ευθύνη.
Αν θέλουμε να ενηλικιωθούμε πολιτικά, πρέπει να μάθουμε να αντέχουμε τις αποχρώσεις. Να μπορούμε να λέμε «ναι» και «όχι» ταυτόχρονα. Να στεκόμαστε δίπλα στον άνθρωπο χωρίς να γινόμαστε στρατιώτες της εκάστοτε παράταξης.
Γιατί η δημοκρατία δεν ζητά πίστη. Ζητά κρίση. Δεν ζητά στρατόπεδα. Ζητά πολίτες.
Και οι πολίτες που σκέφτονται είναι η μόνη πραγματική άμυνα απέναντι στην πόλωση.