Η οικονομική βιωσιμότητα της πόλης είναι το στοίχημα, ανόητε! – Κατά τη φράση του Bill Clinton «It’s the Economy, stupid!»
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Σπύρος Πέγκας, επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Θεσσαλονίκη Για Όλους»
Όποιος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην αγορά της Θεσσαλονίκης αισθάνεται στο πετσί του την οικονομική υστέρηση της πόλης και της αγοράς της.
Αυτοί που βρίσκονται χρόνια πολλά στην αγορά ή/και ενδεχομένως με παραπάνω από μια γενιά, λένε, ότι η πόλη δεν παρουσίαζε ποτέ άλλοτε τέτοια οικονομική παρακμή. Η ανισότητα κέντρου, Αθήνας – Αττικής, και περιφέρειας, Θεσσαλονίκης – Κεντρικής Μακεδονίας, έχει διευρυνθεί με γεωμετρική πρόοδο και αυτό δεν το αισθάνεται μόνο η αγορά, ούτε το αποδεικνύουν τα όλο και περισσότερα άδεια καταστήματα στο κέντρο της πόλης, αλλά το λένε και οι αριθμοί των κατά τόπων ΑΕΠ.
Το δημόσιο και ιδιωτικό κατασκευαστικό έργο στην περιοχή δεν εκτελείται από εταιρείες, όπως η Θεμελιοδομή, Δομοτεχνική ή Εμφιετζόγλου, καθώς αυτές (τις) έχουν προ πολλού χρεωκοπήσει, αλλά εταιρείες με έδρα το αθηναϊκό κέντρο.
Ανάλογα εξελίσσονται και οι σημαντικές real estate συμφωνίες στα δυτικά της πόλης. Μετά τις επενδύσεις των μεγάλων fintech εταιρειών των Θεσσαλονικιών CEO στις Pfizer και Deloitte, που έπεισαν τα διεθνή Διοικητικά Συμβούλια τους για τη σημασία δημιουργίας σημαντικών ερευνητικών (R & D) κέντρων στη Θεσσαλονίκη ως απόρροια των πολιτικών ανοιγμάτων και του κοσμοπολιτισμού της διοίκησης του δημάρχου Μπουτάρη, ελάχιστες άλλες στρατηγικές κινήσεις προστιθέμενης τοπικά αξίας έχουν εξελιχθεί: Εξαγορά BETA, ερχομός Chubb και η διωγμένη αναγκαστικά από τη Ρωσία Deutsche Telekom. Η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας και το ThessIntec παλεύουν μόνοι τους για τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους που ποτέ δεν φτάνουν (στην ώρα τους).
Άλλοι σημαντικοί δημόσιοι πόροι, όπως το Λιμάνι, το αεροδρόμιο Μακεδονία και η Κεντρική Αγορά, η Λαχαναγορά δηλαδή, μένουν είτε στάσιμοι είτε οργανικά ασύνδετοι με τις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων είτε μπαίνουν στον αυτόματο πιλότο χαμηλών πτήσεων.
Τα καλά και άξια μυαλά της πόλης έχουν στην πλειοψηφία τους φύγει για την Αθήνα (οι άνω των 35 χρονών) ή το εξωτερικό (κάτω των 35 χρονών). Στις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, ειδικά τις δημοτικές, τα έμπειρα και ικανά στελέχη μετράνε μήνες για τη συνταξιοδότηση, ενώ το όποιο έργο εκτελείται από «αναλώσιμους» συμβασιούχους
Στην πόλη έχει μείνει ένα γερασμένο κοινό, παροπλισμένο και «μπαγιάτικο», όπως χαρακτηρίζονται άλλωστε οι βέροι Θεσσαλονικείς. Ξέρω, ότι δεν μας αρέσει να ακούμε και να διαβάζουμε αρνητικά για εμάς πράγματα. Όμως, η εντεινόμενη πίεση στα μη παραγωγικά εισοδήματα των Θεσσαλονικέων γίνεται πια ορατή στον κοινωνικό περίγυρο όλων.
Είναι βέβαιο, ότι δεν υπάρχει κάποια πρόνοια από το κεντρικό κράτος για την περιφερειακή ανάπτυξη συνολικά. Σε αυτό το συνολικά συγκαταλέγεται και η Θεσσαλονίκη. Μια πόλη που αντί να ανταγωνίζεται την Αθήνα και τις άλλες βαλκανικές πρωτεύουσες έχει καταλήξει να ανταγωνίζεται την Αλεξανδρούπολη και τα Ιωάννινα.
Ας αναλογιστούμε μόνο που βρισκόταν η Θεσσαλονίκη το 1986 σε σχέση με τις υπόλοιπες Βαλκανικές πρωτεύουσες οικονομικά και πολιτικά. Τι πλεονέκτημα με ευρωπαϊκό πρόσημο διατηρούσε το 1996, πόσο ακόμα ζηλευτή ήταν το 2006 και 2016. Και ας συγκρίνουμε τα νούμερα, την αγοραστική δύναμη, το ύψος των επενδύσεων και την ποιότητα των υποδομών σήμερα, το 2026. Πόλεις ανύπαρκτες στο διεθνή χάρτη, ρημαγμένες από εμφυλίους και βαλκανικές έριδες και υστερήσεις, σήμερα παρουσιάζουν μια ζηλευτή δυναμική ανάπτυξης, το Βελιγράδι, τα Τίρανα, το Βουκουρέστι, ακόμα και η Σόφια, η Φιλιππούπολη και η Πρίστινα.
Όμως, αν δεν φτιάξουμε, δεν διαμορφώσουμε εμείς οι ίδιοι το μέλλον μας, την προοπτική της πόλης, γιατί να έχουμε την απαίτηση να το κάνουν κάποιοι άλλοι για εμάς; Με την τυπική ολοκλήρωση των χρόνων της Ελληνικής κρίσης 2011-19 η Θεσσαλονίκη όφειλε να αξιοποιήσει τη δυναμική των πολιτικών εξωστρέφειας που είχε αναπτύξει και πατώντας σε αυτήν να ξεδιπλώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης με αιχμή το ακαδημαϊκό της υπόβαθρο και τη δυναμική των fintech επενδύσεων και του τοπικού, μικρού, αλλά διεθνοποιημένου οικοσυστήματος καινοτομίας.
Με τη δημιουργία νέων δια-επαγελματικών φορέων και πρωτοβουλιών, όπως «Invest in Thessaloniki» και «Marketing Thessaloniki», έπρεπε η πόλη υπό την καθοδήγηση μιας εμπνευσμένης δημοτικής αρχής να περάσει στην επόμενη φάση εξωστρέφειας πέρα από τη στενή έννοια της τουριστικής ανάπτυξης.
Η συνέχιση της τοπικής σύμπραξης δημόσιων και ιδιωτικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και σχολείων, το ‘Study in Thessaloniki’, σήμερα με την ίδρυση των δύο πανεπιστημίων στην πόλη και τον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό των αγγλόφωνων μεταπτυχιακών αλλά και πτυχιακών προγραμμάτων των δημόσιων πανεπιστήμιων θα μεταμόρφωνε την πόλη σε ένα πραγματικό brainport («λιμάνι μυαλών»).
Σημαντικοί ιατρικοί κλάδοι αγωνίζονται μοναχικά για την προσέλκυση ιατρικών επισκεπτών χωρίς κάποιο συντονιστικό κέντρο, ενώ και το νούμερο των διεθνών συνεδρίων στην πόλη εξελίσσεται πτωτικά σε απόλυτο αριθμό, τουλάχιστον την τελευταία χρονιά σε σχέση με την προηγούμενη.
Αντί μιας οραματικής στρατηγικής και της δυναμικής εφαρμογής της με την συμπερίληψη όλων των εναπομεινάντων δυναμικών εταίρων της πόλη η τοπική διοίκηση, η δημοτική αρχή, αναλώνεται σε πολιτικές διαχείρισης μιας αστικής πραγματικότητας που προσλαμβάνεται με νοητικά στερεότυπα προηγουμένων δεκαετιών, να μην πω και αιώνων. Η Θεσσαλονίκη χάνει δυνάμεις, αποδυναμώνεται ανταγωνιστικά και δίνει μάχες οπισθοφυλακής κατευθύνοντας τις κεντρικές και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις σε αναμορφώσεις ήδη αναμορφωμένων πεζοδρομιών και εξωραϊσμούς μη παραγωγικών υποδομών.
Αν δεν αλλάξει άμεσα η επιλογή πολιτικών, στρατηγικής και διαχείρισης της πόλης, πολύ φοβάμαι, ότι τις αρνητικές προβλέψεις δεν θα τις διαβάζουμε μόνο, αλλά και θα τις βιώνουμε όλο και πιο έντονα.