Αυτοπαραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα: Μια αγορά που περνά στη φάση της ωρίμανσης
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Ευάγγελος Φούντας, Εμπορικός Διευθυντής της MEGVA Energy
Η ενέργεια και η κυκλική οικονομία στο επίκεντρο των «Renewable EnergyTech» και «Forward Green Expo 2026» στη Θεσσαλονίκη.
Η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς και η αυτοπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί πλέον έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες αυτής της αλλαγής. Η δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να παράγουν τη δική τους ενέργεια μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων και να την καταναλώνουν άμεσα δημιουργεί ένα νέο ενεργειακό μοντέλο, όπου ο καταναλωτής μετατρέπεται σε «παραγωγό-καταναλωτή».
Η αυτοπαραγωγή στην Ελλάδα ξεκίνησε να αναπτύσσεται ουσιαστικά μετά το 2015 με την εφαρμογή του Net Metering, το οποίο επέτρεψε τον ενεργειακό συμψηφισμό της παραγόμενης ενέργειας με την κατανάλωση. Τα πρώτα χρόνια η αγορά ήταν περιορισμένη, όμως από το 2020 και μετά η ανάπτυξη επιταχύνθηκε σημαντικά λόγω της αύξησης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και της μείωσης του κόστους των φωτοβολταϊκών.
Σήμερα, η αυτοπαραγωγή έχει εξελιχθεί σε μια δυναμική αγορά. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, μέχρι το τέλος του 2025 λειτουργούσαν στην Ελλάδα περισσότερα από 35.000 έργα αυτοπαραγωγής, συνολικής ισχύος άνω του 1 GW, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά φωτοβολταϊκά συστήματα.
Η ανάπτυξη επιταχύνθηκε ιδιαίτερα τη διετία 2023-2024. Πιο συγκεκριμένα, το 2023 καταγράφηκε σημαντική αύξηση με 257 MW νέων συστημάτων Net Metering, ενώ το 2024 εγκαταστάθηκαν περίπου 400 MW νέων φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής, ανεβάζοντας τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ των κατανεμημένων συστημάτων αυτοκατανάλωσης σε περίπου 850 MW.
Η αγορά βρίσκεται πλέον σε φάση μετάβασης. Από το 2024, το μοντέλο του Net Metering αντικαθίσταται σταδιακά από το Net Billing, όπου η ενέργεια που καταναλώνεται την ίδια στιγμή με την παραγωγή, ενώ η πλεονάζουσα ενέργεια αποζημιώνεται με βάση τις τιμές της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η μεγιστοποίηση της ιδιοκατανάλωσης γίνεται το βασικό ζητούμενο για κάθε εγκατάσταση. Για τον λόγο αυτόν αναπτύσσονται ολοένα και περισσότερο δύο τεχνολογικές κατευθύνσεις: τα συστήματα Zero Feed-In και η αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες.
Τα συστήματα Zero Feed-In λειτουργούν με τρόπο ώστε να μην διοχετεύεται καθόλου ενέργεια στο δίκτυο. Αυτό επιτρέπει την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ακόμη και σε περιοχές όπου υπάρχουν περιορισμοί σύνδεσης ή σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις επιθυμούν να καλύπτουν αποκλειστικά τη δική τους κατανάλωση.
Από την άλλη πλευρά, η ενσωμάτωση μπαταριών επιτρέπει την αποθήκευση της ενέργειας που παράγεται κατά τη διάρκεια της ημέρας ώστε να χρησιμοποιηθεί τις βραδινές ώρες. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται σημαντικά το ποσοστό ιδιοκατανάλωσης και μειώνεται η εξάρτηση από το δίκτυο.
Από οικονομικής πλευράς, η αυτοπαραγωγή αποτελεί πλέον μία από τις πιο αποδοτικές ενεργειακές επενδύσεις. Σε ένα τυπικό οικιακό φωτοβολταϊκό σύστημα, ο χρόνος απόσβεσης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 5 και 7 ετών, ενώ με την προσθήκη μπαταρίας μπορεί να φτάσει περίπου 7 έως 9 χρόνια, ανάλογα με το προφίλ κατανάλωσης του νοικοκυριού.
Για τις επιχειρήσεις, όπου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι υψηλότερη και συχνά συμπίπτει με τις ώρες παραγωγής των φωτοβολταϊκών, οι χρόνοι απόσβεσης είναι ακόμη πιο σύντομοι. Σε πολλές εμπορικές και βιομηχανικές εφαρμογές, φωτοβολταϊκά συστήματα αυτοπαραγωγής μπορούν να αποσβεστούν σε 3 έως 5 χρόνια, ιδιαίτερα όταν η παραγόμενη ενέργεια καταναλώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου επιτόπου.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη της αυτοπαραγωγής, χάρη στην υψηλή ηλιοφάνεια και τη σταθερή αύξηση της ζήτησης για καθαρή και οικονομική ενέργεια. Όλα δείχνουν ότι τα επόμενα χρόνια ο αριθμός των καταναλωτών που θα παράγουν τη δική τους ενέργεια θα συνεχίσει να αυξάνεται, αλλάζοντας σταδιακά το ενεργειακό μοντέλο της χώρας.