Το αόρατο έλλειμμα που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ

Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά ελλείμματα στην Ευρωζώνη

Το αόρατο έλλειμμα που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ
pixabay
pixabay

Παρά την ενίσχυση του τουρισμού, την επιστροφή των επενδύσεων και την πρόοδο σε κλάδους όπως η ενέργεια και η τεχνολογία, η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά ελλείμματα στην Ευρωζώνη.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την Ελληνική Στατιστική Αρχή δείχνουν πως για το πρώτο πεντάμηνο του 2025, το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας παραμένει αρνητικό κατά 12,4 δισ. ευρώ, με τις εισαγωγές να ξεπερνούν τα 34 δισ. και τις εξαγωγές να περιορίζονται κοντά στα 22 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για ένα διαχρονικό πρόβλημα που όχι μόνο δεν δείχνει σημάδια ουσιαστικής αντιστροφής, αλλά παραμένει η μεγαλύτερη μακροοικονομική «τρύπα» της ελληνικής οικονομίας, υπονομεύοντας τη συνολική εξωτερική ισορροπία της χώρας. Ακόμα και αν αφαιρέσουμε τις εισαγωγές καυσίμων και πλοίων, που παραδοσιακά φουσκώνουν το ισοζύγιο, η εικόνα παραμένει ανησυχητική: στο καθαρό εμπόριο αγαθών, η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει περίπου 1,5 ευρώ για κάθε 1 ευρώ που εξάγει. Ουσιαστικά, η χώρα παραμένει καταναλωτής εισαγόμενης παραγωγής και αδυνατεί ακόμη να καλύψει τις ανάγκες της με εσωτερικά παραγόμενα προϊόντα, είτε αυτά αφορούν τρόφιμα και αγροτικά εφόδια, είτε μηχανήματα και πρώτες ύλες.

Η κατάσταση γίνεται πιο ανησυχητική αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης: η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία έχουν κατορθώσει να περιορίσουν τα εμπορικά τους ελλείμματα κάτω από το 3% του ΑΕΠ ή ακόμα και να περάσουν σε πλεόνασμα, χάρη στην αύξηση των εξαγωγών τεχνολογίας, φαρμάκων, τροφίμων και εξειδικευμένων υπηρεσιών. Στον αντίποδα, η Ελλάδα στηρίζεται κυρίως σε εξαγωγές μετάλλων, πετρελαιοειδών και βασικών αγροτικών προϊόντων, με χαμηλή προστιθέμενη αξία και χαμηλή τεχνολογική ένταση. Παράλληλα, μεγάλο μέρος των εξαγωγών γίνεται από θυγατρικές ξένων ομίλων, μειώνοντας το καθαρό όφελος για την ελληνική παραγωγική βάση.

Η Τράπεζα της Ελλάδας σε έκθεσή της επισημαίνει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών για το 2024 ανήλθε στο 5,6% του ΑΕΠ, εκ των οποίων πάνω από το 60% οφείλεται στο εμπορικό ισοζύγιο. Η τάση αυτή, αν δεν αντιστραφεί με παραγωγικές επενδύσεις και ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης, μπορεί να δημιουργήσει μεσοπρόθεσμο πρόβλημα χρηματοδότησης του εξωτερικού ισοζυγίου, ιδιαίτερα αν οι εισροές από τουρισμό και ΕΣΠΑ αρχίσουν να μειώνονται τα επόμενα χρόνια.

Οι αιτίες είναι βαθιά δομικές: το φορολογικό και ενεργειακό κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, η σύνδεση πανεπιστημίων-επιχειρήσεων είναι αδύναμη, και η στρατηγική εξαγωγών παραμένει αποσπασματική. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό – η Ελλάδα εξάγει λίγα προϊόντα σε πολλές χώρες, ενώ οι επιτυχημένες εξαγωγικές οικονομίες εξάγουν πολλά προϊόντα σε λίγες, εδραιωμένες αγορές. Την ίδια ώρα, οι εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας αντιστοιχούν σε μόλις 6% του συνόλου, έναντι 15% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ακόμη και με την ανάκαμψη του τουρισμού και τις αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την οικονομική αυτοδυναμία της χώρας. Σε ένα περιβάλλον γεωοικονομικής αβεβαιότητας και εντεινόμενου εμπορικού προστατευτισμού, η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε ένα νέο μοντέλο παραγωγής με επίκεντρο την εξωστρέφεια, τη διαφοροποίηση και την τεχνολογική καινοτομία, ώστε να περιορίσει σταδιακά την εξάρτησή της από εισαγόμενα προϊόντα και να βελτιώσει τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.