MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
Ευρώπη σε Κρίση: Μπορεί η Ελλάδα να Σταθεί Όρθια στον Νέο Δημοσιονομικό Σεισμό;
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει πως το επενδυτικό κενό διαμορφώνεται πλέον κοντά στα 90 δισ. ευρώ σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα
Η αυξανόμενη δημοσιονομική πίεση σε κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, και ιδιαίτερα σε μεγάλες οικονομίες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης κρίσης χρέους στην Ευρώπη.
Παρότι η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση σχετικής σταθερότητας, η επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών στον ευρωπαϊκό πυρήνα δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για τη μελλοντική της ανθεκτικότητα.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το δημόσιο έλλειμμα της Γαλλίας ανήλθε σε 5,5% του ΑΕΠ το 2023, ενώ το χρέος της ανήλθε στο 110% του ΑΕΠ. Η Ιταλία βρίσκεται επίσης σε οριακή κατάσταση, με χρέος άνω του 137% και περιορισμένα περιθώρια για πρόσθετη δημοσιονομική στήριξη. Οι δύο αυτές χώρες, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 35% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, έχουν τεθεί ήδη υπό παρακολούθηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (EDP).
Η κατάσταση δημιουργεί πιέσεις στην αγορά κρατικών ομολόγων, ενώ ενισχύει τις προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική στο επόμενο διάστημα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη αναφέρει πως, παρά την πιθανή αποκλιμάκωση των επιτοκίων, θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τη δημοσιονομική σταθερότητα σε όλη την Ευρωζώνη.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (άνοιξη 2025), κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 1,6% του ΑΕΠ για το 2024, ενώ η συνολική δημοσιονομική θέση παραμένει εντός των ορίων του νέου Συμφώνου Σταθερότητας.
Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 161% του ΑΕΠ από 171% το 2022, συνεχίζοντας μια σταθερή πτωτική πορεία που ξεκίνησε το 2021. Η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου διαμορφώνεται αυτή την περίοδο κοντά στο 3,3%, διατηρώντας ικανοποιητικό spread έναντι του γερμανικού.
Η πρόσφατη δημοσιονομική βελτίωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και πλήρη θωράκιση της ελληνικής οικονομίας. Το παραγωγικό μοντέλο εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες, περιορισμένη κλαδική διαφοροποίηση και ιδιαίτερα χαμηλή τεχνολογική ένταση. Οι εξαγωγές, για παράδειγμα, παραμένουν συγκεντρωμένες σε λίγους τομείς, κυρίως αγροτικά προϊόντα, τουρισμό και μεταποίηση χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με τις υπηρεσίες να αποτελούν άνω του 60% του εξαγωγικού όγκου. Παράλληλα, σύμφωνα με τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ (2024), η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη κατά 35% από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η επενδυτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει κάτω από το 14%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 22%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει πως το επενδυτικό κενό διαμορφώνεται πλέον κοντά στα 90 δισ. ευρώ σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, γεγονός που περιορίζει τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες ανάπτυξης.
Η εμμονή σε ένα χαμηλής παραγωγικότητας και περιορισμένης καινοτομίας μοντέλο, πέρα από το ότι επιβραδύνει τη συνολική μεγέθυνση, καθιστά την ελληνική οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικές διαταράξεις και λιγότερο ικανή να απορροφήσει δημοσιονομικά σοκ, γεγονός που επιβαρύνει τη μακροοικονομική της σταθερότητα και μειώνει την αξιοπιστία της στις αγορές.
Η πιθανότητα επιδείνωσης των συνθηκών στην Ευρώπη μπορεί να μεταφραστεί σε πιέσεις στις αποδόσεις, αύξηση του κόστους δανεισμού και ενδεχόμενη επιβράδυνση στις εισροές από το Ταμείο Ανάκαμψης, σε περίπτωση δημοσιονομικών αποκλίσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Επίσης, τυχόν ύφεση στις κύριες οικονομίες της Ευρωζώνης θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζήτηση για τουρισμό και εξαγωγές, δύο βασικούς πυλώνες του ελληνικού ΑΕΠ.
Η Ελλάδα, παρά τις προόδους, παραμένει εξαρτημένη από την ευρωπαϊκή σταθερότητα τόσο χρηματοδοτικά όσο και εμπορικά.
Γι’ αυτό, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η διατήρηση δημοσιονομικής υπευθυνότητας αποτελούν κρίσιμες επιλογές για την απορρόφηση πιθανών εξωτερικών αναταράξεων.