Στο επίκεντρο τα GDP-linked Warrants: Σχέδιο επαναγοράς από την ελληνική κυβέρνηση προκαλεί αντιδράσεις
Η αξία των warrants έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια
Την πρόθεσή της για επαναγορά των GPD-linked warrants, που αποτελούν σύμβολο της εποχής της κρίσης, ανακοίνωσε η ελληνική κυβέρνηση.
Η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε επαναγορά των GDP-linked warrants, ενός χρηματοοικονομικού εργαλείου που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους το 2012. Τα συγκεκριμένα warrants συνδέονται με την επίδοση του ΑΕΠ και ενεργοποιούν πληρωμές στους κατόχους τους όταν η οικονομία υπερβαίνει ορισμένα όρια ανάπτυξης. Αποτελούν ένα σύμβολο της εποχής της κρίσης, αλλά και μια συνεχιζόμενη υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου που επηρεάζεται άμεσα από τη μελλοντική οικονομική επίδοση της χώρας.
Η κυβέρνηση προτείνει την πρόωρη εξαγορά των τίτλων αυτών, προσφέροντας τίμημα λίγο πάνω από 25 σεντς ανά ευρώ ονομαστικής αξίας. Η κίνηση αυτή, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, στοχεύει στη μείωση της αβεβαιότητας που συνεπάγεται η διατήρηση τέτοιων μεταβλητών υποχρεώσεων για τα δημόσια οικονομικά, ενισχύοντας την προβλεψιμότητα στο προφίλ του ελληνικού χρέους και στέλνοντας ένα μήνυμα χρηστής διαχείρισης ενόψει πιθανής περαιτέρω αναβάθμισης από τους οίκους αξιολόγησης.
Ωστόσο, η αντίδραση των επενδυτών ήταν άμεση και έντονη. Κάτοχοι που ελέγχουν πάνω από το 40% των εκκρεμών warrants συγκρότησαν οργανωμένη ομάδα πιστωτών προκειμένου να εκπροσωπήσουν συλλογικά τα συμφέροντά τους και να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους. Εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους για την προσφερόμενη τιμή, την οποία θεωρούν υποτιμητική και αναντίστοιχη με τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, αμφισβητούν τη μεθοδολογία με την οποία προσδιορίστηκε το τίμημα, ζητώντας μεγαλύτερη διαφάνεια και πρόσβαση σε ανεξάρτητες αποτιμήσεις.
Η αξία των warrants έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, καθώς η Ελλάδα καταγράφει σταθερή αναπτυξιακή πορεία και βελτίωση των βασικών της μεγεθών. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον ότι η χώρα όχι μόνο έχει αφήσει πίσω της τα δύσκολα χρόνια των μνημονίων, αλλά εισέρχεται πλέον σε μια φάση ώριμης δημοσιονομικής και αναπτυξιακής σταθερότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προτεινόμενη τιμή των 25 σεντς θεωρείται από πολλούς αναλυτές κατώτερη της εύλογης αξίας των warrants, με αποτέλεσμα η προσφορά να τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Η έκβαση αυτής της προσπάθειας θα εξαρτηθεί από την ανταπόκριση των επενδυτών. Εάν η συμμετοχή είναι χαμηλή, η επαναγορά ενδέχεται να αποτύχει ή να καταστεί μερική, περιορίζοντας το όφελος για το Δημόσιο. Αντίθετα, εφόσον υπάρξει συμφωνία με τους βασικούς κατόχους και επιτευχθεί κρίσιμη μάζα αποδοχής, η Ελλάδα θα έχει καταφέρει να απεμπλακεί από μια μελλοντική μεταβλητή δαπάνη, περιορίζοντας σημαντικά την έκθεσή της σε απρόβλεπτες οικονομικές επιδόσεις στο μέλλον.
Η πρωτοβουλία αυτή κινείται σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ στρατηγικήςδημοσιονομικής διαχείρισης και διατήρησης της εμπιστοσύνης των αγορών. Δείχνει μεν πολιτική βούληση για πρόωρη εξυγίανση του χρέους, όμως ταυτόχρονα θέτει το ερώτημα κατά πόσο το Δημόσιο αναγνωρίζει πλήρως τις πιθανές αποδόσεις ενός τίτλου που το ίδιο δημιούργησε. Η κατάληξη αυτής της υπόθεσης θα αποτελέσει δείκτη όχι μόνο της αποτελεσματικότητας της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής, αλλά και της στάσης των επενδυτών απέναντι στο ελληνικό αξιόχρεο την επόμενη δεκαετία.