Πόσα χρήματα ξοδεύουν οι Έλληνες για ρούχα και παπούτσια κάθε χρόνο

Η συνολική δαπάνη για ένδυση και υπόδηση έφτασε τα 4,6 δισ. ευρώ το 2025, όμως η αύξηση κινήθηκε χαμηλότερα από τη συνολική άνοδο των καταναλωτικών δαπανών

Πόσα χρήματα ξοδεύουν οι Έλληνες για ρούχα και παπούτσια κάθε χρόνο
Πηγή: unsplash

Ρούχα, παπούτσια, ένα καινούργιο μπουφάν για τον χειμώνα ή ένα ζευγάρι sneakers που μπαίνει στη λίστα των «αναγκαίων». Η ένδυση και η υπόδηση εξακολουθούν να αποτελούν ένα σταθερό κομμάτι των εξόδων των ελληνικών νοικοκυριών, χωρίς όμως να έχουν την ίδια βαρύτητα που είχαν κάποτε στο οικογενειακό καλάθι.

Τα νέα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, τα οποία παρουσιάζει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πλεκτικής και Έτοιμου Ενδύματος Ελλάδος (ΣΕΠΕΕ), αποτυπώνουν αυτή ακριβώς την εικόνα. Το 2025 οι Έλληνες αύξησαν τη δαπάνη τους για ρούχα και παπούτσια κατά 2,5%, με τη συνολική ετήσια κατανάλωση της κατηγορίας να φτάνει τα 4,6 δισ. ευρώ.

Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για αύξηση. Αν όμως κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά τους αριθμούς, η εικόνα γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

443 ευρώ τον χρόνο για κάθε άτομο

Η μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο για ένδυση και υπόδηση ανήλθε το 2025 στα 443 ευρώ, από 432 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Με άλλα λόγια, η μέση δαπάνη αυξήθηκε κατά περίπου 11 ευρώ μέσα σε έναν χρόνο.

Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 37 ευρώ τον μήνα ανά άτομο, εφόσον γίνει μια απλή αναγωγή της ετήσιας δαπάνης. Φυσικά, το ποσό αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε Έλληνας ξοδεύει ακριβώς τόσα κάθε μήνα, καθώς οι αγορές ρούχων και παπουτσιών δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μέσα στη χρονιά. Υπάρχουν μήνες με περισσότερες αγορές, περίοδοι εκπτώσεων, εποχικές ανάγκες και, βέβαια, μεγάλες διαφορές από νοικοκυριό σε νοικοκυριό. Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στη σύγκριση με τις υπόλοιπες δαπάνες.

Η μέση μηνιαία καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε το 2025 κατά 5,5%, φτάνοντας τα 1.820 ευρώ από 1.725 ευρώ το 2024. Αν, ωστόσο, ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός του 2,6%, η πραγματική αύξηση σε σταθερές τιμές περιορίζεται στο 2,9%.

Η ένδυση και η υπόδηση, επομένως, κινήθηκαν ανοδικά, αλλά όχι με τον ίδιο ρυθμό με τη συνολική κατανάλωση.

Και αυτό ίσως λέει περισσότερα από το ίδιο το ποσό των 4,6 δισ. ευρώ.

Τα ρούχα αυξήθηκαν, αλλά δεν κερδίζουν μεγαλύτερο χώρο στο πορτοφόλι

Το 2025 η ένδυση και η υπόδηση αντιστοιχούσαν στο 4,9% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, έναντι 5% το 2024.

Η διαφορά είναι μικρή, όμως αποτυπώνει μια γενικότερη πραγματικότητα: οι Έλληνες μπορεί να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα για ρούχα και παπούτσια, αλλά η συγκεκριμένη κατηγορία δεν αποκτά μεγαλύτερη θέση μέσα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Αντίθετα, άλλα έξοδα εξακολουθούν να απορροφούν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.

Τα τρόφιμα βρίσκονται στην κορυφή, απορροφώντας το 20,4% της συνολικής δαπάνης, ενώ ακολουθούν η στέγαση με 14,7% και οι μεταφορές με 13,6%. Στην τέταρτη θέση βρίσκονται οι δαπάνες για αναψυχή, ταξίδια και εστίαση, με 11,8%, ενώ η υγεία αντιστοιχεί στο 7,6%.

Η ένδυση και η υπόδηση βρίσκονται στην έκτη θέση, με ποσοστό 4,9%.

Και κάπου εδώ οι αριθμοί αρχίζουν να περιγράφουν και έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Δεν αγοράζουμε απαραίτητα λιγότερα – σκεφτόμαστε περισσότερο τι αγοράζουμε

Η αύξηση των 11 ευρώ στη μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι Έλληνες άρχισαν ξαφνικά να ψωνίζουν περισσότερο.

Μπορεί να σημαίνει ότι αγοράζουν ακριβότερα προϊόντα, ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί ή ότι οι αγορές γίνονται πιο στοχευμένα. Μπορεί επίσης να συνδέεται με την ανάγκη ανανέωσης συγκεκριμένων κομματιών της γκαρνταρόμπας και όχι με μια γενικότερη αύξηση της κατανάλωσης.

Άλλωστε, η αγορά μόδας έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η εποχή κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος των αγορών γινόταν χωρίς ιδιαίτερο προγραμματισμό έχει δώσει τη θέση της σε ένα πιο επιλεκτικό shopping. Εκπτώσεις, προσφορές, online αγορές, second hand πλατφόρμες και fast fashion έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ο καταναλωτής μπορεί να συγκρίνει τιμές και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να αγοράσει.

Το γεγονός ότι η δαπάνη αυξήθηκε μόλις κατά 2,5%, την ώρα που η συνολική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 5,5%, μπορεί να διαβαστεί και ως ένδειξη ότι τα νοικοκυριά εξακολουθούν να βάζουν άλλες ανάγκες ψηλότερα στην ιεράρχησή τους.

Όταν το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, η βενζίνη ή ένα απρόβλεπτο έξοδο πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα, ένα ακόμη ρούχο μπορεί εύκολα να περιμένει.

Τα 4,6 δισ. ευρώ, όμως, δεν είναι καθόλου μικρό ποσό

Παρά τη συγκράτηση, το συνολικό μέγεθος της αγοράς παραμένει εντυπωσιακό.

Τα 4,6 δισ. ευρώ που δαπανήθηκαν στην Ελλάδα μέσα σε έναν χρόνο για ένδυση και υπόδηση δείχνουν ότι τα ρούχα και τα παπούτσια εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό κομμάτι της κατανάλωσης.

Δεν πρόκειται μόνο για μια ανάγκη κάλυψης βασικών αναγκών. Η ένδυση συνδέεται με την εικόνα, την προσωπική έκφραση, την κοινωνική ζωή και, ιδιαίτερα για τις νεότερες ηλικίες, με την ψηφιακή κουλτούρα.

Ένα ζευγάρι sneakers, ένα συγκεκριμένο jacket ή ένα fashion item που εμφανίζεται διαρκώς στα social media μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά από ένα απλό καταναλωτικό αγαθό. Η μόδα έχει γίνει ταυτόχρονα προϊόν, τρόπος έκφρασης και περιεχόμενο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να πληρώνει οποιοδήποτε τίμημα.

Η σημερινή αγορά χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από την αναζήτηση της σχέσης ανάμεσα στην τιμή και την αξία. Ο καταναλωτής θέλει να ξέρει τι αγοράζει, πόσο θα το χρησιμοποιήσει και αν πραγματικά αξίζει τα χρήματα που θα δώσει.

Από το φυσικό κατάστημα στο κινητό

Ένα ακόμη στοιχείο που δεν αποτυπώνεται πλήρως σε έναν αριθμό όπως τα 443 ευρώ είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται πλέον οι αγορές.

Η online αγορά ρούχων και παπουτσιών έχει γίνει καθημερινή συνήθεια για μεγάλο μέρος του κοινού. Το κινητό λειτουργεί ταυτόχρονα ως βιτρίνα, κατάλογος, ταμείο και χώρος σύγκρισης τιμών.

Ο καταναλωτής μπορεί να δει ένα προϊόν στα social media, να το αναζητήσει σε διαφορετικά ηλεκτρονικά καταστήματα, να συγκρίνει τιμές, να περιμένει μια έκπτωση και τελικά να ολοκληρώσει την αγορά από το σπίτι.

Αυτό έχει αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις προσεγγίζουν το κοινό. Η αγορά μόδας δεν κρίνεται πλέον μόνο στη βιτρίνα ενός καταστήματος. Κρίνεται στο Instagram, στο TikTok, στις κριτικές άλλων καταναλωτών, στις προσφορές και στην εμπειρία που προσφέρει ένα ηλεκτρονικό κατάστημα.

Και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η αύξηση της δαπάνης δεν συνοδεύεται απαραίτητα από μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Ο καταναλωτής έχει περισσότερες επιλογές από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα έχει και περισσότερα εργαλεία για να αποφασίσει πότε και πού θα ξοδέψει.

Το παράδοξο της μόδας στην Ελλάδα

Τα στοιχεία του 2025 αποτυπώνουν ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η αγορά ένδυσης και υπόδησης παραμένει μεγάλη και κινείται ανοδικά, φτάνοντας τα 4,6 δισ. ευρώ. Από την άλλη, η συγκεκριμένη κατηγορία χάνει οριακά μερίδιο μέσα στο συνολικό καταναλωτικό καλάθι.

Αυτό σημαίνει ότι η μόδα δεν εξαφανίζεται από τις προτεραιότητες των νοικοκυριών. Απλώς ανταγωνίζεται πλέον πολύ περισσότερες ανάγκες.

Και αυτή ίσως είναι η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση των αριθμών. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα ξοδεύουμε για ένα παντελόνι, ένα παλτό ή ένα ζευγάρι παπούτσια. Είναι πόσο χώρο είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε σε αυτές τις αγορές όταν το ίδιο εισόδημα πρέπει να καλύψει στέγαση, τρόφιμα, μετακινήσεις, υγεία, διασκέδαση και όλα τα υπόλοιπα έξοδα της καθημερινότητας.

Το 2025 οι Έλληνες έδωσαν περισσότερα χρήματα για ρούχα και παπούτσια. Όχι όμως αρκετά ώστε η ένδυση και η υπόδηση να αποκτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των συνολικών δαπανών.

Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σημερινής καταναλωτικής πραγματικότητας: δεν σταματήσαμε να αγοράζουμε. Απλώς κάθε αγορά πρέπει πλέον να δικαιολογεί λίγο περισσότερο τη θέση της στο πορτοφόλι μας.