ΔΝΤ: Εκρηκτική άνοδος 85% στις τιμές κατοικιών στην Ελλάδα μέσα σε δέκα χρόνια
Οι τιμές των κατοικιών να έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85% από το 2016, ρυθμός σχεδόν διπλάσιος από την άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, σύμφωνα με νέα ανάλυση του ΔΝΤ.
Η έκθεση με τίτλο «Inside Greece’s Housing Affordability Paradoxes», στην οποία αξιοποιήθηκαν και δεδομένα της πλατφόρμας αγγελιών ακινήτων Spitogatos, καταγράφει τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά κατοικίας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα ευρήματα παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κατοικιών ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόσβαση σε προσιτή στέγη γίνεται ολοένα και δυσκολότερη.
Μεγάλες περιφερειακές ανισότητες
Η Αττική, η Θεσσαλονίκη και οι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί εμφανίζουν αισθητά υψηλότερες ζητούμενες τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τη στεγαστική προσιτότητα στις περιοχές με τη μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, το ΔΝΤ εντοπίζει σημαντικές αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αν και οι διαθέσιμες αγγελίες ακινήτων έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την πώληση ενός ακινήτου φτάνει τους οκτώ μήνες, ενώ για τις μισθώσεις διαμορφώνεται περίπου στους έξι μήνες.
Ταυτόχρονα, περισσότερο από το 55% των κατοικιών που διατίθενται προς πώληση έχουν ζητούμενη τιμή άνω των 200.000 ευρώ, επίπεδο που θεωρείται απαγορευτικό για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών. Στην αγορά ενοικίασης, η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται στα 575 ευρώ μηνιαίως σε εθνικό επίπεδο και αγγίζει τα 785 ευρώ στην Αττική.
Η ζήτηση στρέφεται σε μικρότερα ακίνητα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία που αφορούν τα χαρακτηριστικά του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος. Ένα στα τρία ακίνητα που προσφέρονται προς πώληση έχει επιφάνεια άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων, τη στιγμή που η ζήτηση επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε μικρότερες κατοικίες.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην αγορά ενοικίασης. Στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη μόλις το 30% των διαθέσιμων κατοικιών προς μίσθωση είναι μικρότερο των 60 τετραγωνικών μέτρων, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, όπου φτάνει περίπου το 55%.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην ταχεία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, οι σχετικές καταχωρίσεις αυξήθηκαν κατά 240% μεταξύ 2017 και 2024, φτάνοντας τις 230.000. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας, σύμφωνα με το capital.gr.
Η ανάλυση, που συνδύασε στοιχεία από το Spitogatos, το ΙΝΣΕΤΕ και την ΕΛΣΤΑΤ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υψηλή συγκέντρωση βραχυχρόνιων μισθώσεων συνδέεται με αυξημένες τιμές κατοικιών και περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση, κυρίως στις περιοχές όπου η ζήτηση είναι ήδη αυξημένη.
Το ΔΝΤ εστιάζει επίσης στην ενεργειακή κατάσταση του ελληνικού κτιριακού αποθέματος, επισημαίνοντας ότι οι κατοικίες στην Ελλάδα καταναλώνουν κατά μέσο όρο περίπου 65% περισσότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο σε σύγκριση με τις αντίστοιχες κατοικίες στην Πορτογαλία, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω το συνολικό κόστος στέγασης.