Το τελευταίο νήμα που ενώνει πόλεις με… χωριά
Η συναισθηματική λεηλασία από τη μία, η οικονομική ανάγκη από την άλλη οδηγούν σε μια συστηματική εξαφάνιση αιώνιων αξιών και ανάδειξη νέων καταναλωτικών συνηθειών
Αυτές οι λίγες μέρες ξεκούρασης μας επιτρέπουν να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ότι τα χωριά είναι ακόμα ζωντανά ότι η κοινότητα συνεχίζει να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Και έτσι απαλλάσσουμε τον εαυτό μας από την ευθύνη να αναρωτηθούμε, τι γίνεται τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου…
Αργά και σταθερά έχουμε μια συστηματική καταστροφή των παραδοσιακών κοινοτήτων, της επαφής με τη γη και τον κύκλο της ζωής όμως ταυτόχρονα πωλείται όλη αυτή η “χαλασμένη” εικόνα ως προϊόν συναισθηματικής κατανάλωσης Χριστούγεννα, Πάσχα και αργίες. Πηγαίνουμε στα χωριά για να φάμε καλά κρέατα, να πιουμε παραδοσιακά κρασιά, να ανάψουμε το τζάκι, να δουμε συγγενείς που έμειναν πίσω, περισσότερο λόγω σύνταξης και λιγότερο λόγω επιλογής, να νιώσουμε για λίγες μέρες ότι ανήκουμε κάπου, δίπλα στη φύση και σε ρυθμούς που μας σέβονται, χωρίς περιττή πίεση, κυκλοφοριακά προβλήματα, καθαρό οξυγόνο. Και αυτό είναι ανθρώπινο, βαθιά ριζωμένο. Αλλά ακριβώς επειδή είναι μόνο λίγες μέρες, γίνεται και… επικίνδυνο. Γιατί αυτές οι λίγες μέρες μας επιτρέπουν να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ότι τα χωριά είναι ακόμα ζωντανά, ότι η παράδοση συνεχίζεται, ότι η κοινότητα συνεχίζει να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Και έτσι απαλλάσσουμε τον εαυτό μας από την ευθύνη να αναρωτηθούμε, τι γίνεται τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου, μήπως συμβάλλουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην τεκμηριωμένη πλέον -με διαδοχικές επιστημονικές έρευνες- ερημοποίηση της υπαίθρου…
Τα ερωτήματα που αποφεύγουμε, για να μην χαλάσουμε τη διάθεση μας και την ξεκούραση μας, συνήθως αφορούν στο αν στηρίζουμε τα φθηνά και αμφιβόλου ποιότητας εισαγόμενα προϊόντα αντί για τα ελεγχόμενα και φρέσκα ντόπια. Αν υποστηρίζουμε και ψηφίζουμε πολιτικές που ευνοούν τη συγκέντρωση πλούτου και πληθυσμού στις πόλεις αφήνοντας την εξοχή των αργιών μας χωρίς σχολεία, χωρίς γιατρούς, χωρίς υποδομές. Αν πηγαίνουμε τα τριήμερα μας να «δανειστούμε» λίγη από την αυθεντικότητα της παράδοσης που στη συνέχεια την αφήνουμε να μαραζώνει. Αν οι καταναλωτικές μας συνήθειες σβήνουν την ελληνική παραγωγή λίγο λίγο, αν η τεχνολογία μας μετατρέπει σε άβαταρ και ζωή Μάτριξ με όρια που τα έχουν θέσει άλλοι…
Αυτό που συμβαίνει είναι ξεκάθαρα μια μορφή συναισθηματικής… λεηλασίας, παίρνουμε αυτό που χρειάζομαστε αναμνήσεις, ζεστασιά, οικογενειακή θαλπωρή και φεύγουμε αφήνοντας πίσω έναν κόσμο που καταρρέει, έναν κόσμο που θα έρθουν να ξαναζωντανεύσουν ξένοι, να τον κατακτήσουν επενδυτες με κατασκευή παραδοσιακών ξενοδοχείων, εξοχικών μονοκατοικιών, εναλλακτικών airbnb, γενικά με «μουσεία» μιας… ξεπερασμένης ζωής. Την ίδια ώρα οι αγρότες που άνοιξαν τα μπλόκα για να περάσουν ΙΧ των αστικών περιοχών, που στόλισαν δέντρα στον δρόμο, που είπαν «γιορτές είναι, ας πάει ο κόσμος στα… χωριά» δεν το έκαναν από μεγαλοψυχία μόνο. Το έκαναν και από μια βαθιά, πικρή συνείδηση και γνώση ότι χρειαζόμαστε αυτή την ψευδαίσθηση για να αντέχουμε την πόλη μας. Και επίσης ξέρουν ακόμη καλύτερα ότι χωρίς τους επισκέπτες των γιορτών και των αργιών και η δική τους ζωή θα γίνει ακόμα πιο δύσκολη. Γι αυτό η… περιοδική επιστροφή στα χωριά, όσο καταναλωτική κι αν είναι, δεν είναι μόνο συναισθηματική λεηλασία, είναι και το τελευταίο νήμα που κρατά ζωντανή τη σύνδεση πόλης-υπαίθρου. Χωρίς αυτές τις εκδρομές η ερήμωση θα επιταχυνόταν, οι δεσμοί αίματος θα κοβόταν αν όχι απότομα, ακόμη περισσότερο και η παράδοση θα ξεθώριαζε εντελώς από τη συλλογική μνήμη…