«Ριφιφί»: Η αληθινή σάπια πλευρά της Ελλάδας στην καλύτερη σειρά της χρονιάς
Το νέο διαμαντάκι του Τσαφούλια που αξίζει το binge watch.
Η ικανότητα να συνδέσεις αρκετές αληθινές ιστορίες με ένα φανταστικό σενάριο που ενώνει αρμονικά τις παθογένειες του ελληνικού κράτους δεν είναι τόσο εύκολη.
Όμως για άλλη μια φορά ο Σωτήρης Τσαφούλιας και οι σεναριογράφοι που δούλεψαν για την σειρά, Βασίλης Ρίσβας και Δήμητρα Σακαλή, έφεραν αυτήν την δύσκολη αποστολή εις πέρας.
Ο ντόρος που προκάλεσε και τα ρεκόρ τηλεθέασης, άξιζαν και με το παραπάνω. Δε έχουν στόχο να κάνουν ένα ντοκιμαντέρ για την κινηματογραφική ληστεία που σημειώθηκε το 1992 στο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στο Νέο Κόσμο. Άλλα οι δημιουργοί παίρνουν έμπνευση από μια πραγματική ληστεία για να περάσουν το μήνυμά τους και να φέρουν επιτέλους κάτι άξιο στην ελληνική τηλεόραση.
Η μίνι σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια αφηγείται την ιστορία μιας φιλόδοξης ληστείας με έντονο κοινωνικό και ανθρώπινο υπόβαθρο, εμπνευσμένη από τη θρυλική «ληστεία του αιώνα» στην Τράπεζα Εργασίας το 1992. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Όλγα, την οποία υποδύεται η Ευαγγελία Μουμούρη σε έναν από τους πιο δυνατούς ρόλους της καριέρας της: μια γυναίκα που, έχοντας χάσει την οικογένειά της εξαιτίας της τράπεζας, οργανώνει επί μια δεκαετία ένα σχέδιο εκδίκησης, παρασύροντας μια ομάδα «πληγωμένων» ανθρώπων της διπλανής πόρτας.
Η σειρά, αποτελούμενη από έξι επεισόδια, ακολουθεί βήμα βήμα την προετοιμασία και την εκτέλεση του παράτολμου σχεδίου, με την ομάδα να σκάβει τούνελ 25 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρρόης για να φτάσει στο θησαυροφυλάκιο. Παράλληλα, αναδεικνύεται η προσωπική διαδρομή των χαρακτήρων — που ενσαρκώνουν οι Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Πάνος Βλάχος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Βλαδίμηρος Κυριακίδης και Δήμος Γιγαντάκης — και τα κίνητρα που τους οδηγούν στη ρήξη με το σύστημα.
Περισσότερο από ένα αστυνομικό δράμα, το «Ριφιφί» μετατρέπει μια πραγματική ληστεία σε αφήγηση για την απώλεια, τη δικαιοσύνη και την εκδίκηση, παρουσιάζοντας τους δράστες όχι ως μυθικούς κακοποιούς, αλλά ως ανθρώπους που διεκδικούν πίσω όσα τους στερήθηκαν.
Η σειρά δεν έχει στόχο να κάνει τον θεατή να δικαιολογήσει τους δράστες αλλά η συμπόνια του κοινού βγαίνει αυθόρμητα παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα όλες τις ιστορίες πίσω από τους κλέφτες. Η ανάγκη που μπορεί να έχει κάποιος για εκδίκηση ή για να πετύχει την καλή σε ένα σύστημα και σε ένα κράτος που από την επίσημη δημιουργία του είναι άδικο και σαθρό ξεπερνάει την συμπόνια. Δεν εστιάζεις τόσο στο έγκλημα της κλοπής αλλά σε όλα τα εγκλήματα του κράτους και των μεγάλων εταιριών και τραπεζών που δεν καταδικάζονται ποτέ γιατί βαφτίζονται από τους έχοντες εξουσία, αναγκαία κακά.
Σε όλα τα επεισόδια αυτό που κυριαρχεί είναι η ένταση και τα νεύρα με μια έντονη δόση ανατριχίλας για όλες τις απίθανες αληθινές ιστορίες. Και όχι αυτή της ληστείας αλλά την ιστορία της Όλγας, η οποία βασίστηκε στο τραγικό τέλος ενός παιδιού, του Παναγιώτη Βασιλέλλη.
Ο Παναγιώτης διαγνώστηκε στα 18 του μήνες με επιθετικό νευροβλάστωμα. Οι γονείς του, Στράτης Βασιλέλλης και Γεωργία Πιτσιλάδη, έδωσαν μάχη στο νοσοκομείο Παίδων, ζώντας μήνες ανάμεσα στην ελπίδα και τον φόβο. Οι γιατροί εξάντλησαν κάθε δυνατότητα, όμως η μόνη ελπίδα σωτηρίας βρισκόταν στο νοσοκομείο Memorial των ΗΠΑ. Το κόστος ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια δραχμές, ποσό αδύνατο για μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο.
Ο πατέρας έκανε τότε το μόνο που μπορούσε: βγήκε δημόσια και ζήτησε βοήθεια. Η ελληνική κοινωνία ανταποκρίθηκε συγκλονιστικά. Από άκρη σε άκρη της χώρας, άνθρωποι έδιναν από το υστέρημά τους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, συγκεντρώθηκαν σχεδόν 300.000 ευρώ. Όλα έδειχναν πως το παιδί θα προλάβαινε. Όμως στις 13 Ιουνίου 2000, η τράπεζα δέσμευσε τον λογαριασμό. Ο λόγος; Ο έρανος δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως ερανικός και, βάσει νόμου του 1931, η εκταμίευση χρημάτων υπέρ ιδιώτη χωρίς ειδική άδεια θεωρήθηκε παράνομη. Παρά τις εκκλήσεις και τη λαϊκή πίεση, τίποτα δεν άλλαξε.
Σε αυτή την άδικη οργή βασίστηκε κομμάτι της σειράς. Βέβαια μέσα στην συγκίνηση και στον θυμό, υπήρχαν και ωραία διαλείμματα που σε έκαναν να γελάς και να ξεχνιέσαι λίγο με τους χαρακτήρες του Βλαδίμηρου Κυριακίδη (Αντώνης) και του Δήμου Γιγαντακη (Αργύρη).
Αυτή η έκρηξη συναισθημάτων, που όποιος δεν την έχει δει ακόμα, να την βρει αμέσως ονομάζεται «Ριφιφί» και παρόλο που είναι ακόμα Ιανουάριος είναι σίγουρα η καλύτερη ελληνική σειρά της χρονιάς με διαφορά.