Cornell: 7 άνδρες (και όχι μόνο), ένα group chat και μια σιωπή που κράτησε δύο χρόνια (ΦΩΤΟ)
Not all men, αλλά κάνεις δεν μίλησε...
Η καταγγελία μιας 20χρονης για ομαδικό βιασμό, τα μηνύματα στο Snapchat που έδειχναν ότι περισσότεροι γνώριζαν τι συνέβαινε, η έρευνα του πανεπιστημίου, η απουσία ποινικών διώξεων και η νέα παρέμβαση της Νέας Υόρκης. Η υπόθεση του Cornell δεν αφορά πλέον μόνο όσα φέρεται να συνέβησαν ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2024, αλλά και όλα όσα ακολούθησαν.
Υπάρχουν υποθέσεις που επιστρέφουν στην επικαιρότητα επειδή προκύπτει ένα νέο στοιχείο. Υπάρχουν όμως και εκείνες που επιστρέφουν επειδή, όσο περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως, τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνται για το τι συνέβη εξαρχής και, κυρίως, για το τι έκαναν οι άνθρωποι που είχαν την ευθύνη να τα εξετάσουν. Η υπόθεση του Cornell University ανήκει πλέον ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Μια 20χρονη πρώην φοιτήτρια, η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έγγραφα ως Jane Doe, υποστηρίζει ότι τη νύχτα της 19ης προς 20ή Οκτωβρίου 2024 βρέθηκε στο σπίτι της φοιτητικής αδελφότητας Chi Phi, όπου, σύμφωνα με την αγωγή που κατέθεσε, της χορηγήθηκαν ουσίες και στη συνέχεια υπέστη επανειλημμένες σεξουαλικές επιθέσεις από επτά άνδρες επί περίπου επτά ώρες.
Οι καταγγελίες αυτές δεν έχουν κριθεί δικαστικά και κανένας από τους επτά άνδρες δεν έχει καταδικαστεί για τις συγκεκριμένες πράξεις. Ορισμένοι από τους εναγόμενους έχουν αρνηθεί τις κατηγορίες μέσω των δικηγόρων τους. Ωστόσο, η υπόθεση έχει πλέον πάρει νέα τροπή, καθώς η ποινική έρευνα άνοιξε ξανά και η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης Kathy Hochul ανέθεσε στις 2 Οκτωβρίου 2026 στη γενική εισαγγελέα της πολιτείας Letitia James να αναλάβει ως ειδική εισαγγελέας την υπόθεση.
Και ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας δεν είναι μόνο όσα καταγγέλλει ότι έγιναν εκείνο το βράδυ η νεαρή γυναίκα. Είναι όσα φαίνεται να γνώριζαν άλλοι άνθρωποι, όσα καταγράφηκαν σε μια ομαδική συνομιλία στο Snapchat και όσα συνέβησαν όταν η ίδια αποφάσισε να απευθυνθεί στις αρχές.
Το βράδυ που άλλαξε τα πάντα
Σύμφωνα με την αγωγή της, η Jane Doe είχε βρεθεί στο σπίτι της Chi Phi έχοντας ήδη καταναλώσει αλκοόλ. Εκεί επισκέφθηκε έναν φοιτητή που θεωρούσε φίλο της. Η ίδια υποστηρίζει ότι στη συνέχεια πιέστηκε να καταναλώσει μια ουσία που της παρουσιάστηκε ως κεταμίνη και ότι, καθώς η κατάσταση εξελισσόταν, δεν ήταν σε θέση να δώσει συναίνεση για τις σεξουαλικές πράξεις που ακολούθησαν.
Η περιγραφή της αφορά μια πολύωρη σεξουαλική κακοποίηση, στην οποία, σύμφωνα με την καταγγελία της, συμμετείχαν συνολικά επτά άνδρες. Η ίδια αναφέρει ότι η κατάσταση συνεχίστηκε για ώρες, μέχρι περίπου τις πρώτες πρωινές ώρες.
The Cornell University r@pist. These men drugged a young woman and took turns r@ping her. In a group chat, they took a picture of her and invited others to rape her. Only two of them were expelled the others had to write an essay. You should be outraged by the outcome. This… pic.twitter.com/jXT5QAz3LJ
— King Roy (@RoyIsThaTruth) September 26, 2026
Το περιστατικό καταγγέλθηκε στην αστυνομία του Cornell λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2024. Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκινά ένα δεύτερο κεφάλαιο της υπόθεσης, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο σχεδόν όσο και το ίδιο το περιστατικό. Γιατί το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι συνέβη μέσα στο σπίτι της αδελφότητας. Είναι τι έκαναν όσοι ενημερώθηκαν.
«Shop still open?»: Το group chat που έκανε την υπόθεση ακόμη πιο σκοτεινή
Ανάμεσα στα στοιχεία που ήρθαν πρόσφατα στη δημοσιότητα βρίσκονται μηνύματα από ομαδική συνομιλία της αδελφότητας στο Snapchat. Σύμφωνα με το υλικό που έχει δημοσιοποιηθεί, η συνομιλία εκείνη τη νύχτα δεν αφορούσε απλώς μια παρέα φοιτητών που βρισκόταν σε ένα πάρτι. Περιλάμβανε αναφορές σε μια γυναίκα που βρισκόταν στον επάνω όροφο και μηνύματα τα οποία, σύμφωνα με την πλευρά της καταγγέλλουσας, δείχνουν ότι η παρουσία της είχε γίνει γνωστή σε περισσότερα μέλη της αδελφότητας.
Σε ένα από τα μηνύματα, που στάλθηκε περίπου στη 1:42 τα ξημερώματα, γινόταν αναφορά σε γυναίκα που ήταν διαθέσιμη για σεξ. Λίγο αργότερα εμφανίζεται η ερώτηση «Shop still open?», δηλαδή «Το μαγαζί είναι ακόμα ανοιχτό;», με την απάντηση «Yea».
Η φράση αυτή είναι που έκανε τη συνομιλία να πάρει τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Όχι επειδή αποτελεί από μόνη της απόδειξη για το τι συνέβη μέσα στο δωμάτιο, αλλά επειδή αποτυπώνει έναν τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με την αγωγή, μια γυναίκα φαίνεται να αντιμετωπίστηκε ως αντικείμενο σεξουαλικής πρόσβασης και όχι ως άνθρωπος που είχε δικαίωμα να αποφασίσει τι θα συμβεί στο σώμα της.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η συνομιλία φέρεται να εξελισσόταν ενώ η γυναίκα βρισκόταν ακόμη στο σπίτι. Αυτό σημαίνει ότι πλέον οι αρχές καλούνται να εξετάσουν όχι μόνο τις καταθέσεις των εμπλεκομένων αλλά και το ψηφιακό υλικό, τη χρονική ακολουθία των μηνυμάτων και το ποιοι γνώριζαν τι συνέβαινε εκείνη τη νύχτα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο δύσκολες πλευρές της υπόθεσης: η καταγγελία δεν αφορά μόνο επτά άνδρες. Αφορά ένα ολόκληρο περιβάλλον μέσα στο οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, αρκετοί άνθρωποι φέρεται να είχαν τουλάχιστον κάποια γνώση για όσα συνέβαιναν.
Όταν κανείς δεν παρεμβαίνει
Δεν μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε ανθρώπους απλώς και μόνο επειδή βρίσκονταν σε μια ομαδική συνομιλία. Ούτε μπορεί κάθε άνθρωπος που γνώριζε για ένα περιστατικό να θεωρηθεί αυτομάτως συνεργός χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για τη δική του συμπεριφορά.
Υπάρχει, όμως, μια πολύ μεγαλύτερη κοινωνική ερώτηση που δεν χρειάζεται να περιμένει μια δικαστική απόφαση για να τεθεί: τι κάνει κάποιος όταν βλέπει ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι επικίνδυνη;
Η παρέμβαση ενός τρίτου προσώπου μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα πάρτι που τελειώνει και σε μια νύχτα που καταστρέφει τη ζωή κάποιου. Ένα τηλεφώνημα, μια ερώτηση, το άνοιγμα μιας πόρτας, η απομάκρυνση ενός ανθρώπου από μια επικίνδυνη κατάσταση ή η ενημέρωση των αρχών μπορεί να αλλάξει τα πάντα.
Στην υπόθεση Cornell, το γεγονός ότι η συνομιλία εξελισσόταν την ώρα που η γυναίκα βρισκόταν στο σπίτι της αδελφότητας κάνει αυτό το ερώτημα ακόμη πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Η δικαιοσύνη θα κρίνει τις ατομικές ευθύνες. Η κοινωνία, όμως, πρέπει να αναρωτηθεί τι σημαίνει να βλέπεις κάτι να συμβαίνει και να επιλέγεις να μη μιλήσεις.
Η γυναίκα κατήγγειλε το περιστατικό και το Cornell ξεκίνησε τη δική του έρευνα
Η Jane Doe κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία του Cornell τον Νοέμβριο του 2024. Το πανεπιστήμιο πραγματοποίησε ξεχωριστή έρευνα στο πλαίσιο του Title IX και επέβαλε πειθαρχικές κυρώσεις.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο, δεν ήταν γνωστό δημόσια τι ακριβώς είχε αποφασίσει το Cornell για καθέναν από τους επτά άνδρες. Στις 29 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος του πανεπιστημίου Michael Kotlikoff έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, αναφέροντας ότι δύο από τους επτά αποβλήθηκαν, δύο τέθηκαν σε αναστολή για τουλάχιστον δύο εξάμηνα, ένας είχε ήδη αποφοιτήσει πριν επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή και δύο κρίθηκαν μη υπεύθυνοι για σεξουαλική κακοποίηση στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής διαδικασίας.
Η πλευρά της καταγγέλλουσας είχε υποστηρίξει ότι, εκτός από τις αποβολές, σε άλλους επιβλήθηκαν ηπιότερες συνέπειες, όπως αναστολές, παρακολούθηση εργαστηρίων και γραπτές εργασίες. Το Cornell απέρριψε την εικόνα ότι κάποιος από τους εμπλεκόμενους τιμωρήθηκε απλώς γράφοντας μια έκθεση και υποστήριξε ότι ακολουθήθηκε πολύμηνη διαδικασία, με ακρόαση ενώπιον ειδικά εκπαιδευμένου πάνελ.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι αποφάσισε το πανεπιστήμιο. Είναι και το τι συνέβη στην καταγγέλλουσα μετά την καταγγελία της.
Η γυναίκα τελικά εγκατέλειψε το Cornell. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της, δυσκολευόταν να συνεχίσει τις σπουδές της όσο οι άνδρες που κατηγορούσε εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο ίδιο πανεπιστημιακό περιβάλλον. Έτσι, ενώ η υπόθεση βρισκόταν σε διαδικασία διερεύνησης, εκείνη ήταν αυτή που τελικά απομακρύνθηκε από τον χώρο στον οποίο σπούδαζε.
Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι μια από τις πιο δύσκολες πραγματικότητες που αντιμετωπίζουν τα θύματα σεξουαλικής βίας. Συχνά εκείνος που καταγγέλλει είναι αυτός που πρέπει να αλλάξει ζωή, να εγκαταλείψει μια παρέα, μια δουλειά, ένα πανεπιστήμιο ή έναν ολόκληρο κοινωνικό κύκλο, ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν την καθημερινότητά τους.
Γιατί δεν υπήρξαν ποινικές διώξεις;
Παρά την εσωτερική διαδικασία του Cornell, το 2024 δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εις βάρος των επτά ανδρών. Ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins, Matthew Van Houten, υποστηρίζει σήμερα ότι η αρχική ένορκη δήλωση που είχε δώσει η γυναίκα δεν περιέγραφε τότε την υπόθεση ως ομαδικό βιασμό ούτε ως εξαναγκαστική χορήγηση ναρκωτικών και ότι, με βάση το υλικό που είχε φτάσει στο γραφείο του, δεν υπήρχε τότε επαρκής νομική βάση για δίωξη.
Η πλευρά της Jane Doe αμφισβητεί αυτή την εικόνα. Ο δικηγόρος της υποστηρίζει ότι η συνέντευξη που είχε δώσει στην πανεπιστημιακή αστυνομία ήταν πολύ πιο αναλυτική και ότι σημαντικά στοιχεία δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση που διαβιβάστηκε στην εισαγγελία.
Αυτό είναι σήμερα ένα από τα βασικότερα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Τι ακριβώς είπε η γυναίκα στην αστυνομία; Τι καταγράφηκε; Τι διαβιβάστηκε στην εισαγγελία; Ποια στοιχεία αξιολογήθηκαν και ποια όχι; Και υπήρξε κάποια πληροφορία που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα της υπόθεσης και δεν έφτασε ποτέ στα χέρια εκείνων που έπρεπε να αποφασίσουν αν θα ασκηθούν διώξεις;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να δοθεί μέσα από δημόσιες αντιπαραθέσεις. Θα πρέπει να προκύψει από την εξέταση του ίδιου του φακέλου.
«Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι με βίασαν»
Ένα από τα στοιχεία που ήρθαν πρόσφατα στη δημοσιότητα είναι το αντίγραφο της συνέντευξης της Jane Doe με την πανεπιστημιακή αστυνομία, το οποίο, σύμφωνα με το CBS News New York, πραγματοποιήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2024.
Στο υλικό αυτό, η γυναίκα φέρεται να διαχωρίζει την αρχική σεξουαλική επαφή από όσα ακολούθησαν. Για την αρχή της βραδιάς, σύμφωνα με το CBS, είπε ότι ήταν «αρκετά εντάξει με όλο αυτό». Όταν όμως περιέγραψε τη συνέχεια, φέρεται να δήλωσε: «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι με βίασαν».
Η συγκεκριμένη αναφορά δεν μπορεί να απομονωθεί από το υπόλοιπο υλικό. Ούτε η μία φράση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ακυρώσει αυτομάτως την άλλη. Η χρονική σειρά των γεγονότων, η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η γυναίκα, οι ουσίες που καταγγέλλει ότι καταναλώθηκαν, οι πράξεις που περιγράφει και όσα ακολούθησαν πρέπει να εξεταστούν συνολικά.
Και αυτό ακριβώς είναι που καλούνται τώρα να κάνουν οι αρχές.
Υπάρχουν επίσης μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξε η γυναίκα με έναν από τους άνδρες δύο ημέρες μετά το περιστατικό. Σε αυτά, ο άνδρας εμφανίζεται να απολογείται για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα και να αναφέρει ότι η μνήμη του ήταν θολή. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος και ένας ακόμη άνδρας αισθάνονταν άσχημα επειδή ήταν υπερβολικά μεθυσμένοι για να σταματήσουν την κατάσταση και να διώξουν τους υπόλοιπους πριν ξεφύγει.
Η γυναίκα, σύμφωνα με το ίδιο υλικό, απαντά ότι και η δική της μνήμη ήταν θολή. Τα μηνύματα αυτά, όπως και το υπόλοιπο ψηφιακό υλικό, αποτελούν μέρος του συνόλου των στοιχείων που πρέπει πλέον να αξιολογηθούν από τις αρμόδιες αρχές.
Από την υπόθεση που είχε μπει στο αρχείο, σε νέα ποινική έρευνα
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 ο εισαγγελέας Matthew Van Houten ανακοίνωσε ότι η ποινική έρευνα ανοίγει ξανά. Τα στοιχεία πρόκειται να παρουσιαστούν σε grand jury, το οποίο θα εξετάσει εάν υπάρχει επαρκής βάση για την άσκηση ποινικών διώξεων.
Η εξέλιξη αυτή ήρθε μετά την κατάθεση της αστικής αγωγής από τη Jane Doe και τη δημοσιοποίηση νέων στοιχείων, μεταξύ των οποίων τα μηνύματα στο Snapchat και η απομαγνητοφώνηση της αστυνομικής συνέντευξης.
Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε μια ακόμη σημαντικότερη εξέλιξη. Η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης Kathy Hochul ανακοίνωσε ότι διορίζει τη γενική εισαγγελέα της πολιτείας Letitia James ειδική εισαγγελέα στην υπόθεση. Η Hochul δήλωσε ότι οι νέες πληροφορίες δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η έρευνα από την αστυνομία του Cornell και για την απόφαση να μην ασκηθούν αρχικά διώξεις.
Η James από την πλευρά της δήλωσε ότι η έρευνα θα διεξαχθεί με βάση τα στοιχεία και τον νόμο.
Παράλληλα, οι New York Times εντόπισαν περισσότερες από 1.000 σελίδες εγγράφων από την εσωτερική έρευνα του Cornell. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, τα έγγραφα δείχνουν μεταξύ άλλων ότι η γυναίκα χρειάστηκε χρόνο για να συνειδητοποιήσει πλήρως ότι είχε βιώσει ομαδικό βιασμό.
Η υπόθεση, επομένως, βρίσκεται πλέον σε ένα εντελώς διαφορετικό σημείο από εκείνο του 2024. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες έχουν αποδειχθεί ούτε ότι οι επτά άνδρες έχουν κριθεί ένοχοι. Σημαίνει όμως ότι ο φάκελος δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια υπόθεση που έκλεισε και ξεχάστηκε. Τα μηνύματα, οι καταθέσεις, το πλήρες υλικό της συνέντευξης της Jane Doe, τα έγγραφα της εσωτερικής έρευνας, οι αποφάσεις του Cornell, η στάση της αστυνομίας και ο τρόπος με τον οποίο τα στοιχεία έφτασαν ή δεν έφτασαν στην εισαγγελία πρέπει να εξεταστούν ως μέρος της ίδιας αλυσίδας γεγονότων. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητό τι γνώριζαν οι αρχές το 2024, τι γνώριζε το πανεπιστήμιο και αν υπήρχαν στοιχεία που δεν αξιολογήθηκαν όπως έπρεπε.
Και το νομικό πλαίσιο της Νέας Υόρκης βρίσκεται στο επίκεντρο
Ένα ακόμη ζήτημα που έχει προκύψει αφορά τη νομοθεσία της Νέας Υόρκης και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η συναίνεση όταν ένα άτομο έχει καταναλώσει αλκοόλ ή ουσίες.
Ο Van Houten έχει υποστηρίξει ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο δημιουργεί δυσκολίες σε περιπτώσεις όπου το θύμα είχε καταναλώσει εκούσια αλκοόλ ή ουσίες, σε αντίθεση με περιπτώσεις όπου οι ουσίες χορηγήθηκαν χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή του. Το ζήτημα αυτό έχει προκαλέσει αντιδράσεις και ήδη υπάρχουν αιτήματα από πολιτειακούς νομοθέτες για αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Εδώ όμως υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη συζήτηση: το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έχει πιει ή έχει καταναλώσει μια ουσία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει συναινέσει σε σεξουαλική πράξη. Η συναίνεση αφορά τη συγκεκριμένη πράξη και την ικανότητα του ανθρώπου να την παρέχει.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την υπόθεση Cornell δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν η Jane Doe είχε πιει ή αν είχε καταναλώσει κάποια ουσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατάσταση βρισκόταν όταν συνέβησαν οι πράξεις που καταγγέλλει και αν μπορούσε πράγματι να συναινέσει σε αυτές.
Η σκοτεινή πλευρά του Greek Life
Η υπόθεση του Cornell έφερε ξανά στο προσκήνιο έναν θεσμό βαθιά ριζωμένο στην αμερικανική πανεπιστημιακή ζωή: το Greek Life.
Οι fraternities και sororities αποτελούν εδώ και δεκαετίες σημαντικό κομμάτι της ζωής πολλών αμερικανικών πανεπιστημίων. Οι οργανώσεις αυτές δημιουργούν κοινότητες, δίκτυα αποφοίτων, κοινωνικές σχέσεις και δραστηριότητες, ενώ πολλές συμμετέχουν και σε φιλανθρωπικές δράσεις.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά της ιστορίας τους, την οποία οι ΗΠΑ έχουν αναγκαστεί να αντιμετωπίσουν επανειλημμένα.
Το hazing, δηλαδή οι τελετουργίες μύησης που μπορεί να περιλαμβάνουν εξευτελισμό, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, σωματική καταπόνηση ή άλλες επικίνδυνες δοκιμασίες, έχει συνδεθεί με σοβαρούς τραυματισμούς και θανάτους.
Το 2017 ο 19χρονος Tim Piazza πέθανε μετά από εκδήλωση μύησης της Beta Theta Pi στο Penn State, ενώ την ίδια χρονιά ο 18χρονος Maxwell Gruver πέθανε μετά από τελετουργία της Phi Delta Theta στο Louisiana State University.
Το Cornell έχει επίσης τη δική του ιστορία. Το 2011 πέθανε ο George Desdunes, φοιτητής και μέλος της Sigma Alpha Epsilon, μετά από περιστατικό που συνδεόταν με κατανάλωση αλκοόλ και hazing. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και οδήγησε το πανεπιστήμιο σε αυστηρότερες πολιτικές.
Το 2018, παράλληλα, προκάλεσε κατακραυγή η αποκάλυψη ενός διαγωνισμού που είχε γίνει γνωστός ως «Pig Roast», στον οποίο μέλη fraternity φέρονταν να βαθμολογούν σεξουαλικές επαφές με γυναίκες.
Καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν σημαίνει ότι κάθε fraternity είναι χώρος βίας ή ότι κάθε μέλος μιας τέτοιας οργάνωσης συμμετέχει σε παράνομες πράξεις. Δείχνουν όμως ότι οι αδελφότητες έχουν βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπες με σοβαρά ζητήματα γύρω από το hazing, την κατάχρηση αλκοόλ, τη σεξουαλική βία και την κουλτούρα της ομαδικής σιωπής.
Όταν η παρέα γίνεται ασπίδα
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο που επανέρχεται σε τέτοιες υποθέσεις. Η δύναμη μιας κλειστής ομάδας μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους. Μπορεί να δημιουργήσει αλληλεγγύη και προστασία, μπορεί όμως να δημιουργήσει και μια κουλτούρα στην οποία τα μέλη αισθάνονται ότι πρέπει να προστατεύουν πρώτα την ομάδα και μετά να αναρωτηθούν τι είναι σωστό.
Σε μια τέτοια κατάσταση, η φράση «δεν θέλω να μπλέξω» μπορεί να γίνει πολύ πιο επικίνδυνη από όσο ακούγεται.
Γιατί όταν κανείς δεν μιλά, εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη μέσα στην ομάδα αισθάνεται ακόμη πιο ασφαλής.
Και όταν ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη ότι μια καταγγελία θα εξεταστεί με τρόπο ανεξάρτητο και διαφανή, η σιωπή γίνεται ακόμη πιο εύκολη.
Η υπόθεση Cornell δεν έχει αποδείξει ότι όλοι όσοι βρίσκονταν εκείνο το βράδυ γνώριζαν τι ακριβώς συνέβαινε. Έχει όμως δημιουργήσει ένα ερώτημα που αφορά κάθε πανεπιστημιούπολη: τι συμβαίνει όταν η δύναμη της παρέας είναι μεγαλύτερη από την αίσθηση ατομικής ευθύνης;
Το victim blaming δεν είναι δικαιοσύνη
Κάθε φορά που μια γυναίκα καταγγέλλει σεξουαλική βία, υπάρχει μια σειρά από ερωτήσεις που εμφανίζονται σχεδόν αυτόματα. Γιατί πήγε εκεί; Γιατί ήπιε; Γιατί δεν έφυγε; Γιατί δεν φώναξε; Γιατί δεν αντιστάθηκε; Γιατί μίλησε αργότερα; Γιατί συνέχισε να επικοινωνεί με τον άνθρωπο που καταγγέλλει;
Οι ερωτήσεις αυτές μοιάζουν με προσπάθεια να εξηγηθεί το περιστατικό. Συχνά όμως καταλήγουν να μεταφέρουν το βάρος από εκείνον που κατηγορείται ότι άσκησε τη βία σε εκείνη που καταγγέλλει ότι την υπέστη.
Και αυτή είναι μια από τις πιο βαθιές αδικίες που συνοδεύουν τη σεξουαλική βία.
Μια γυναίκα μαθαίνει από μικρή ότι πρέπει να προσέχει το ποτό της, τα ρούχα της, την ώρα που θα επιστρέψει σπίτι, τον δρόμο που θα πάρει, το άτομο που θα εμπιστευτεί και το πάρτι στο οποίο θα πάει. Της μαθαίνουν πώς να αποφεύγει τη βία.
Πολύ λιγότερο συχνά μαθαίνουμε στους ανθρώπους πώς να μην την ασκούν. Και αυτό είναι μια τεράστια διαφορά.
Δεν είναι ευθύνη μιας γυναίκας να προλάβει έναν βιασμό. Η ευθύνη για τη σεξουαλική βία ανήκει σε εκείνον που την ασκεί. Και η ευθύνη των θεσμών είναι να διασφαλίζουν ότι όταν κάποιος καταγγέλλει μια τέτοια πράξη, η καταγγελία θα αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και χωρίς προκαταλήψεις.
Η υπόθεση Cornell είναι πλέον μεγαλύτερη από το Cornell
Το Cornell έχει υποστηρίξει ότι έκανε τη δική του έρευνα, επέβαλε πειθαρχικές κυρώσεις και συνεργάζεται με τις αρχές. Η Chi Phi απομακρύνθηκε από την πανεπιστημιούπολη και το σπίτι της αδελφότητας παραμένει κλειστό.
Την ίδια στιγμή, η καταγγέλλουσα έφυγε από το πανεπιστήμιο και η ποινική έρευνα χρειάστηκε σχεδόν δύο χρόνια για να επιστρέψει στο προσκήνιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πανεπιστημιακή διαδικασία ήταν κατ’ ανάγκη παράνομη ή ότι κάθε απόφαση του Cornell ήταν λανθασμένη. Σημαίνει όμως ότι η υπόθεση δημιούργησε ένα σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης, το οποίο πλέον δεν μπορεί να λυθεί μόνο με μια ανακοίνωση.
Το πανεπιστήμιο καλείται να απαντήσει σε δύσκολα ερωτήματα για το πώς χειρίστηκε την καταγγελία, πώς προστατεύθηκε η φοιτήτρια, πώς ενημερώθηκαν οι αρμόδιες αρχές και γιατί η υπόθεση έφτασε σήμερα να εξετάζεται ξανά από το κράτος της Νέας Υόρκης.
Και δεν είναι μόνο το Cornell που βρίσκεται αντιμέτωπο με αυτά τα ερωτήματα. Είναι ολόκληρη η λογική με την οποία τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν τη σεξουαλική βία.
Γιατί ένα πανεπιστήμιο δεν είναι πραγματικά ασφαλές απλώς επειδή διαθέτει γραφείο καταγγελιών, επιτροπές και κανονισμούς. Είναι ασφαλές όταν ένας φοιτητής μπορεί να καταγγείλει κάτι και να ξέρει ότι η καταγγελία του θα αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα, ότι τα στοιχεία θα εξεταστούν και ότι η διαδικασία δεν θα τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τη ζωή που είχε χτίσει.
Τώρα πρέπει να απαντηθεί το πιο δύσκολο ερώτημα
Η υπόθεση Cornell βρίσκεται πλέον σε νέα φάση. Η ποινική έρευνα έχει ανοίξει ξανά, τα στοιχεία πρόκειται να εξεταστούν από grand jury και η Letitia James έχει αναλάβει ειδική εισαγγελική αρμοδιότητα.
Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής για κανέναν από τους επτά άνδρες. Ούτε σημαίνει ότι κάθε ισχυρισμός της αγωγής έχει ήδη επιβεβαιωθεί. Σημαίνει όμως ότι υπάρχουν πλέον αρκετά νέα στοιχεία και αρκετά ερωτήματα ώστε η υπόθεση να μην μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι που απλώς ανήκει στο παρελθόν.
Πρέπει να εξεταστούν ξανά οι καταθέσεις, τα μηνύματα, η πλήρης συνέντευξη της Jane Doe, τα έγγραφα της εσωτερικής έρευνας του Cornell και οι αποφάσεις που ελήφθησαν από το πανεπιστήμιο και τις αρχές. Πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς γνώριζε η αστυνομία το 2024, ποια στοιχεία έφτασαν στην εισαγγελία και ποια ήταν η βάση πάνω στην οποία αποφασίστηκε τότε να μην ασκηθούν ποινικές διώξεις.
Γιατί μόνο όταν εξεταστεί ολόκληρη αυτή η αλληλουχία μπορεί να υπάρξει πραγματική απάντηση για το αν η υπόθεση ερευνήθηκε τότε με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία ή αν κρίσιμες πληροφορίες έμειναν στην άκρη.
Και αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο ζήτημα της υπόθεσης. Δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει ποινική δίωξη. Είναι αν, αυτή τη φορά, όλα όσα καταγγέλθηκαν θα εξεταστούν χωρίς να χαθεί τίποτα στη διαδρομή.
Γιατί μια γυναίκα που λέει ότι βιάστηκε δεν θα έπρεπε να χρειάζεται δύο χρόνια, μια αστική αγωγή, δημοσιογραφικές αποκαλύψεις και την παρέμβαση της πολιτειακής κυβέρνησης για να ανοίξει ξανά ο φάκελός της.
Και ένα πανεπιστήμιο που θέλει να θεωρείται ασφαλές για τις φοιτήτριές του δεν μπορεί να ζητά απλώς εμπιστοσύνη. Πρέπει να την κερδίζει, κάθε φορά που μια γυναίκα χτυπά την πόρτα του και λέει ότι κάτι της συνέβη.