Φαιδρά Πορτοκαλέα #037: Η Δικαιοσύνη, οι τέσσερεις επιλογές, ο τουρισμός, τα ανύπαρκτα στοιχεία, ο David Bowie, ο επικοινωνιολόγος, η ΔΕΗ και το Ιράν….
Το τραγικό δεν είναι ότι υστερούμε. Το τραγικό είναι ότι βολευόμαστε στην υστέρηση και την αποκαλούμε πρόοδο.
Δικαιοσύνη στον σιδηρόδρομο της λήθης, η εκδοχή που πονάει
Υπάρχουν τραγωδίες που σε κάνουν να σωπαίνεις, κι άλλες που σε αναγκάζουν να ουρλιάζεις για να ακουστείς πάνω από τον θόρυβο της συγκάλυψης. Τα Τέμπη ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Όχι γιατί η οδύνη είναι πιο βαριά, αλλά γιατί η παρατεταμένη σιωπή του κράτους μυρίζει πλέον όχι αμηχανία, αλλά συνενοχή.
Οι συγγενείς ζητούν απλές, γήινες απαντήσεις. Από τι κάηκαν οι άνθρωποί τους; Γιατί δεν λειτούργησε τίποτα απ’ όσα υπόσχονταν οι κυβερνήσεις; Ποιος ήξερε; Ποιος όφειλε να ξέρει; Και κυρίως: ποιος λογοδοτεί;
Και τότε ακούγεται ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο Γιώργος Φλωρίδης, να ντύνεται με τη γλώσσα της διαδικασίας. Μιλάει για ΦΕΚ, για θεσμούς, για «ό,τι προβλέπει ο νόμος». Σαν να κρατάει ένα νομικό manual και να το διαβάζει μηχανικά, ενώ απέναντί του βρίσκονται άνθρωποι που έχασαν παιδιά, αδέλφια, συντρόφους. Η διαδικασία γίνεται η προστατευτική του πανοπλία. Μόνο που, όσο κι αν τη γυαλίζει, δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά, η αλήθεια κάνει ακόμη στάσεις σε σκοτεινά τούνελ.
Κι όταν τη συζήτηση πιάνει φωτιά, εμφανίζεται και η σκιά του πρώην υπουργού Μεταφορών, του Κώστα Καραμανλή. Ο άνθρωπος που παραιτήθηκε την επομένη της τραγωδίας, για να επανεμφανιστεί σχεδόν αμέσως στην πολιτική σκηνή σαν να μην συνέβη τίποτα. Σαν να ήταν η ευθύνη μια τσαλακωμένη γραβάτα που απλώς την αλλάζεις και συνεχίζεις. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι επί των ημερών του το σύστημα ασφαλείας ήταν περισσότερο μακέτα παρά πραγματικότητα. Κι όταν το σύστημα είναι μακέτα, οι ζωές γίνονται στατιστικά.
Η κοινωνία «είναι στην πρίζα», όπως είπε ο κ. Ασλανίδης. Και είναι λογικό. Γιατί η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι μόνο μια σύγκρουση τρένων είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στην αλήθεια και στη διαχείρισή της. Είναι η οργή απέναντι σε ένα κράτος που επιμένει να δίνει στους πολίτες εγχειρίδιο χρήσης της οδύνης αντί για δικαιοσύνη.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο, θα σταματήσει κάποτε αυτός ο σιδηρόδρομος της λήθης; Ή θα συνεχίσουμε να ταξιδεύουμε πάνω στις ίδιες ράγες ευθυνόφοβων υπουργών, ενώ τα φανάρια της δικαιοσύνης αναβοσβήνουν στο κόκκινο;
Η αδικία οπουδήποτε αποτελεί απειλή για τη δικαιοσύνη παντού
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ
Μαργαρίτης Σχοινάς, στο τετραπλό ταψί, επικρατείας, δημαρχείο, περιφέρεια ή σταυροκόπημα στην Α Θεσσαλονίκης
Ο Μαργαρίτης ο Σχοινάς είναι από εκείνες τις φιγούρες που άμα τον δεις σε πάνελ να μιλάει για «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία», λες «αυτός κοιμάται με κανονισμό της Κομισιόν κάτω από το μαξιλάρι». Κι όμως, μέσα του χτυπάει καρδιά Θεσσαλονίκης. Ξέρει από Βρυξέλλες, αλλά ξέρει και από Τσιμισκή, από καφέ στο κέντρο και από κουβέντα που ξεκινάει για πολιτική και καταλήγει στον Άρη.
Και τώρα αρχίζουν τα σενάρια, πρώτη επιλογή, Βουλευτής Επικρατείας. Καθαρή δουλειά. Μπαίνεις Βουλή με το κοστούμι σιδερωμένο, χωρίς σταυρούς, χωρίς «τρέχα να προλάβεις το πανηγύρι». Σαν business class της πολιτικής. Ταιριάζει στον Μαργαρίτη, γιατί είναι άνθρωπος του συστήματος . Ξέρει τους διαδρόμους, ξέρει τα χαρτιά, δεν του πέφτει βαρύ το πρωτόκολλο.
Δεύτερη επιλογή, Δήμαρχος Θεσσαλονίκης. Εδώ έχει πιο πολύ αλάτι. Γιατί ο Σχοινάς δεν έκοψε ποτέ τις γέφυρες με τους λεγόμενους «μπαγιάτηδες», την παλιά αστική κοινωνία της πόλης. Αυτούς που συζητάνε για το μέλλον της Θεσσαλονίκης με ύφος «να το δούμε στρατηγικά». Τον ξέρουν, τους ξέρει. Ένας δήμαρχος με ευρωπαϊκό αέρα και θεσσαλονικιώτικο πείσμα; Δεν είναι και κακή ιδέα.
Τρίτη επιλογή και πιο… ανηφορική, Α’ Περιφέρεια Θεσσαλονίκης. Εκεί δεν έχει χαρτοφυλάκια, έχει σταυρομαχίες. Βγαίνεις στον δρόμο, μιλάς, ιδρώνεις, σε μετράνε με το μάτι. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι δεν συγκινούνται από αντιπροεδρίες. Θέλουν «δικό τους» άνθρωπο. Και ο Μαργαρίτης είναι ατσαλάκωτος όχι χαζός. Ξέρει ότι εκεί το παιχνίδι είναι αλλιώς.
Και πάμε στο τέταρτο σενάριο, Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας. Εδώ το πράγμα σοβαρεύει. Δεν μιλάμε για γειτονιά, μιλάμε για μισή Βόρεια Ελλάδα. Δρόμοι, έργα, ΕΣΠΑ, κορδέλες και χωριά που θέλουν έργο «χθες». Θέση με κύρος, εξουσία και ευθύνη. Κάτι ανάμεσα σε τεχνοκράτη και τοπικό άρχοντα. Θα μπορούσε; Ναι. Θα το τολμήσει; Εκεί είναι το ζήτημα. Τέσσερις δρόμοι μπροστά του, και ο Μαργαρίτης, μαθημένος σε σταυροδρόμια Βρυξελλών, ξέρει πως κάθε επιλογή έχει κόστος και κέρδος.
Η πολιτική είναι σχεδόν τόσο συναρπαστική όσο ο πόλεμος και σχεδόν εξίσου επικίνδυνη
Ουίνστον Τσόρτσιλ
Τουρισμός Βορείου Τύπου, με Θέα τον Αυτοθαυμασμό
Στον ελληνικό Βορρά έχουμε ανακαλύψει το απόλυτο επιχειρηματικό μοντέλο. Μιλάμε για τουρισμό ασταμάτητα, πανηγυρίζουμε για τουρισμό διαρκώς και στο τέλος μετράμε τουρισμό με το σταγονόμετρο. Αν η ρητορική ήταν νόμισμα, η Θεσσαλονίκη θα είχε δικό της χρηματιστήριο.
Την ώρα που η Αθήνα μετατρέπει κάθε άφιξη σε τζίρο και το Νότιο Αιγαίο εισπράττει με άνεση πάνω από το ένα τέταρτο της εθνικής πίτας, η Θεσσαλονίκη παίζει σε κατηγορία ερασιτεχνικού. Η Κεντρική Μακεδονία από διψήφιο ποσοστό εισπράξεων βρέθηκε να κρατάει μονοψήφιο καλαθάκι. Και εμείς συνεχίζουμε να κόβουμε κορδέλες, λες και εγκαινιάζουμε την επιτυχία και όχι την υστέρηση.
Το πιο συγκινητικό είναι η διαχρονική μας συνέπεια. Κάθε διοίκηση, κάθε φορέας, κάθε επιτροπή τουρισμού υπόσχεται στρατηγική. Στρατηγική πενταετίας, δεκαετίας, αιωνιότητας. Και μετά πηγαίνει σε εκθέσεις με φυλλάδια που μοιάζουν να σχεδιάστηκαν το 2003, μόνο που άλλαξε η γραμματοσειρά. Φωτογραφίες, χειραψίες, χαμόγελα. Επιστροφή. Και μετά ανακοίνωση, αυξημένη επισκεψιμότητα. Αυξημένη από τι, από το χαμηλό βαρόμετρο της προηγούμενης αποτυχίας.
Ο Βορράς δεν απέτυχε επειδή έρχονται Βαλκάνιοι. Απέτυχε επειδή επαναπαύθηκε στο εύκολο. Στον οδικό τουρισμό του διημέρου, στη διανυκτέρευση της μίας νύχτας, στο φαγητό γρήγορης κατανάλωσης. Κι ύστερα απορούμε γιατί τα ξενοδοχεία μας χαίρονται με πληρότητα αλλά όχι με τιμή. Γιατί το ταμείο γεμίζει κόσμο αλλά όχι αξία.
Η πόλη έχει ιστορία που θα ζήλευαν ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Έχει μνημεία, πανεπιστήμια, πολιτισμό, νυχτερινή ζωή που θα μπορούσε να γίνει brand. Αυτό που δεν έχει είναι επαγγελματική ψυχραιμία και σοβαρό σχεδιασμό. Αντί για επιτελεία με γνώση, έχουμε παρέες με καλές προθέσεις. Αντί για στρατηγική αγοράς υψηλού εισοδήματος, έχουμε την αυταπάτη ότι ο τουρισμός είναι θέμα ευχών και φιλοξενίας.
Και κάπως έτσι η Θεσσαλονίκη ζει σε μια γλυκιά ψευδαίσθηση. Κοιτάζει την κίνηση στην Τσιμισκή τα Χριστούγεννα και πείθεται ότι όλα πάνε καλά. Μετράει βαλίτσες στο αεροδρόμιο και βαφτίζει την ποσότητα ποιότητα. Μόνο που η οικονομία δεν εντυπωσιάζεται από βαλίτσες, εντυπωσιάζεται από αποδείξεις.
Το τραγικό δεν είναι ότι υστερούμε. Το τραγικό είναι ότι βολευόμαστε στην υστέρηση και την αποκαλούμε πρόοδο. Και όσο ο πήχης μένει χαμηλά, τόσο πιο εύκολα τον περνάμε χαμογελώντας.
Τα σχέδια είναι μόνο καλές προθέσεις, αν δεν καταλήγουν αμέσως σε σκληρή δουλειά
Πίτερ Ντράκερ, Αμερικανοαυστριακός στοχαστής, «πατέρας του σύγχρονου management»
Ο Ανδρουλάκης, το Predator και η δικαστική στροφή της μοίρας
Ας πάρουμε μια βαθιά αναπνοή στην πολιτική τραμπάλα που παίζει ξανά με το θέμα των υποκλοπών, γιατί η ελληνική πολιτική σκηνή μοιάζει πια με θρίλερ που γράφει μόνο του σενάριο. Η πιο πρόσφατη απόφαση ενός Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στην Αθήνα δεν ήταν απλά μια πιθανή νομική εξέλιξη, αλλά σχεδόν τηλεοπτικός «σεισμός» πολιτικής αντιπαράθεσης. Το δικαστήριο καταδίκασε τέσσερις «ιδιώτες» επιχειρηματίες για τις παράνομες παρακολουθήσεις και άνοιξε νέες έρευνες, ακόμα και για αδικήματα που πλησιάζουν την κατασκοπεία.
Ο κύριος Νίκος Ανδρουλάκης με ύφος που θυμίζει πρωταγωνιστή σε πολιτική τραγωδία μίλησε για «ιστορική δικαστική απόφαση», που αποτελεί «μεγάλη ήττα του παρακράτους» και μάλιστα τόνισε ότι πλέον ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω διερεύνηση, ακόμα και με εξεταστικές επιτροπές στη Βουλή.
Όμως εδώ είναι που η πολιτική μυθοπλασία γίνεται ελαφρώς αυτοσαρκασμός, την ίδια στιγμή που ο Ανδρουλάκης κατηγορεί για παρακρατικούς μηχανισμούς όλους γύρω του, υπάρχουν αναφορές (όχι απόλυτα επιβεβαιωμένες) ότι όταν κλήθηκε να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία για την ενοχή του πρώην γραμματέα του πρωθυπουργού, κ. Γρηγόρη Δημητριάδη, φέρεται να είπε ότι δεν έχει και ότι βασίζεται σε δημοσιεύματα. Αυτή η λεπτομέρεια κάνει το όλο σκηνικό να μοιάζει με έργο όπου ο πρωταγωνιστής αρχίζει να διαβάζει το σενάριο μετά την πρεμιέρα.
Το αποτέλεσμα; Ένας πολιτικός που επί χρόνια κατήγγειλε κυβερνητικές παρακολουθήσεις και τώρα πανηγυρίζει μια δικαστική απόφαση, ενώ αποφεύγει να απαντήσει με σαφή στοιχεία για το ποιος έδωσε εντολές ή τις αποδείξεις με τις οποίες ισχυρίζεται ότι συνελήφθη η αλήθεια στα χέρια του. Αυτή η μετάβαση από «πρέπει να δώσετε στοιχεία» σε «επιτέλους σας τα ανοίγω όλα» θυμίζει περισσότερο θεατρικό έργο παρά πολιτική ρητορική.
Και το πιο ειρωνικό στην υπόθεση; Ότι ο ίδιος ζητά να λογοδοτήσουν όλοι από τον πρωθυπουργό μέχρι τους κατηγορούμενους ενώ οι ερωτήσεις για την ουσία των αποδείξεων παραμένουν ανοιχτές, σαν πληγή που δεν επουλώνεται, παρά μόνο ξύνει την κόντρα και το πολιτικό σασπένς.
Η υπόθεση των υποκλοπών πλέον εξελίσσεται σε ένα πολιτικό καλειδοσκόπιο, όπου οι προθέσεις, οι κατηγορίες και η πραγματική αλήθεια μπλέκονται σαν χαρακτήρες σε σενάριο που αλλάζει συνέχεια, αφήνοντας την κοινή γνώμη να αναρωτιέται ποιος επιτέλους κρατά το πραγματικό νήμα της υπόθεσης.
Τα γεγονότα έχουν την ακαμψία των βράχων, οι ερμηνείες όμως αλλάζουν σαν σύννεφα στον άνεμο.
ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ
David Bowie , όταν έσβησε το άστρο και άναψαν τα notifications
Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ο David Bowie έφυγε από τη σκηνή της ζωής, αφήνοντάς μας με το “Blackstar” στο χέρι και μια αίσθηση ότι κάτι μεγάλο, λαμπερό και αλλόκοτα όμορφο έκλεισε πίσω του την πόρτα. Από τότε ο κόσμος μοιάζει να μπήκε σε λειτουργία αναστάτωσης. Brexit, Τραμπ, πανδημία, τεχνητή νοημοσύνη που γράφει ποιήματα και απαντάει σε ερωτήσεις. Κάθε φορά που συνέβαινε κάτι παράξενο, κάποιος έλεγε χαριτολογώντας ότι όλα άρχισαν όταν πέθανε ο Bowie.
Φυσικά δεν κρατούσε αυτός τις βίδες του πλανήτη. Αλλά για πολλούς ήταν σύμβολο μιας εποχής όπου η μουσική είχε βάρος, τα άλμπουμ ήταν ιεροτελεστία και η διαφορετικότητα ήταν επανάσταση, όχι φίλτρο στο προφίλ.
Ο Paul Morley στο βιβλίο του Far Above the World: The Time and Space of David Bowie γράφει ότι ο τύπος διασημότητας που εκπροσωπούσε ο Bowie, στοχαστικός, ριζοσπαστικός, γεμάτος ιδέες, άρχισε να μοιάζει παλιομοδίτικος. Σαν να εμφανίστηκε ξαφνικά ένας αστέρας του βωβού κινηματογράφου σε εποχή TikTok. Κι όμως, κάποτε ένα άλμπουμ ήταν γεγονός. Το άκουγες από την αρχή μέχρι το τέλος. Το συζητούσες. Το ζούσες. Δεν το έκανες skip στο τρίτο κομμάτι επειδή βαρέθηκες.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος ο Bowie είχε δει τι έρχεται. Σε παλιότερη συνέντευξή του, που αργότερα προβλήθηκε στο ντοκιμαντέρ του Channel 4 “Bowie: The Final Act”, είχε πει ότι το διαδίκτυο δεν είναι απλώς εργαλείο αλλά μια εξωγήινη μορφή ζωής. Τότε ακουγόταν υπερβολικό. Σήμερα μοιάζει προφητικό. Ζούμε μέσα σε αυτό το ψηφιακό πλάσμα, το ταΐζουμε φωτογραφίες, σκέψεις και likes και εκείνο μας επιστρέφει διαφημίσεις και απόψεις.
Ίσως λοιπόν δεν μας λείπει μόνο ο Bowie. Μας λείπει η εποχή που είχαμε χρόνο να ονειρευόμαστε. Που η μουσική ήταν καταφύγιο και όχι background. Που η περιέργεια ήταν περιπέτεια και όχι ειδοποίηση.
Το μέσο είναι το μήνυμα
Marshall McLuhan, Καναδός φιλόσοφος και θεωρητικός των μέσων επικοινωνίας,
Ποιος είναι ο επικοινωνιολόγος της Καρυστιανού; Ο Χουντίνι της Πολιτικής Σκηνής
Υπάρχει ένα μυστήριο που βασανίζει την ελληνική δημόσια σφαίρα περισσότερο κι από το αν θα πέσει η τιμή της βενζίνης, ποιος είναι ο επικοινωνιολόγος της κυρίας Καρυστιανού; Διότι κάποιος πρέπει να υπάρχει. Δεν εξηγείται αλλιώς το φαινόμενο της ταυτόχρονης παρουσίας σε πάνελ, συγκεντρώσεις, βίντεο, δηλώσεις και –γιατί όχι– γεωπολιτικές αναλύσεις με ύφος «δώστε μου πέντε λεπτά να σας λύσω και το Μεσανατολικό».
Σύμφωνα με το πρόσφατο επεισόδιο στη συγκέντρωση, όπου «αισθάνθηκε ότι δεν ήθελαν να μιλήσει», ο επικοινωνιολόγος της ,ας τον ονομάσουμε κύριο Στρατηγό, φαίνεται να ακολουθεί τη σχολή «Αν δεν σου δώσουν μικρόφωνο, πάρε την κάμερα». Διότι στην εποχή μας, αν δεν υπάρχει μικρόφωνο, υπάρχει live. Κι αν δεν υπάρχει live, υπάρχει ανάρτηση. Κι αν δεν υπάρχει ανάρτηση, υπάρχει πάντα η αίσθηση ότι «κάποιοι δεν σε αφήνουν».
Το εντυπωσιακό όμως δεν είναι η επιμονή στον λόγο είναι το εύρος. Από τα οργανωτικά μιας εκδήλωσης, στην οικονομία. Από την οικονομία, στη διεθνή πολιτική. Από εκεί, ίσως αύριο και σε οδηγίες για το πώς δένουμε γραβάτα σε διπλωματική αποστολή. Ο κύριος Στρατηγός μάλλον πιστεύει στη θεωρία «μίλα για όλα κάτι θα μείνει». Κι αν δεν μείνει, τουλάχιστον θα έχεις μιλήσει.
Κάποιοι παρατηρητές, με μια δόση κακεντρέχειας, ψιθυρίζουν ότι το επικοινωνιακό μοτίβο θυμίζει παλαιοκομματική πρόβα αρχηγού κόμματος, γενικές τοποθετήσεις, υψηλοί τόνοι, άποψη για κάθε κεφάλαιο της ύλης. Άλλοι λένε πως ίσως θα ήταν πιο συνετό να υπάρχει ένα «επί των θεμάτων» επιτελείο που να απαντά όταν χρειάζεται, αντί για ένα one–woman show πολιτικής πολυθεματικότητας.
Βεβαίως, στην Ελλάδα αγαπάμε τους ανθρώπους που δεν φοβούνται να μιλήσουν. Απλώς συνήθως εκτιμούμε και μια μικρή παύση ανάμεσα στα κεφάλαια: πρώτα το Α, μετά το Β, κι έπειτα, αν περισσεύει χρόνος, και η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Ίσως τελικά ο επικοινωνιολόγος της να είναι απλώς ο καθρέφτης. Κι εκεί, ως γνωστόν, όλοι δείχνουμε πιο έτοιμοι για πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο σκοπός της εξουσίας είναι η εξουσία
George Orwell
Η ΔΕΗ δεν είναι μαγαζί με πλυντήρια είναι Επιχείρηση!
Στη πρόσφατη συνεδρία στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε με τον πιο διεισδυτικό τρόπο ότι μπορεί να αντέξει τα πάντα ακόμα και να μετατρέπει πολιτικό διάλογο σε σόου stand-up comedy υψηλού πολιτικού επιπέδου.
Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, παραπονέθηκε για τον «κοινωνικό ρόλο της ΔΕΗ» λες και περίμενε ο μεγαλοεπενδυτής της διπλανής πόρτας να δανείσει πλυντήριο ρούχων ή κουζίνα σε κάθε σπίτι στην Ελλάδα! Ίσως νόμιζε ότι η ΔΕΗ είναι το νέο IKEA και όχι μια ενεργειακή εταιρεία που πρέπει να στέκεται στα πόδια της χωρίς να παραβιάζει κανόνες ανταγωνισμού.
«Πλυντήρια, κουζίνες…», σχολίασε με ειρωνεία ο Μητσοτάκης και εδώ αξίζει μια στιγμή σιωπής για να συνειδητοποιήσουμε τη μεγαλουργία αυτού του αφοπλιστικά εύστοχου σχόλιου. Μόλις είπε αυτό που όλοι φοβόμασταν να εκφράσουμε φωναχτά, όχι, η ΔΕΗ δεν θα σας στείλει σεφ ή μπάρμπεκιου για το μπαλκόνι. Αντιθέτως, επενδύει σε δίκτυα λιανικής και τεχνολογίες του μέλλοντος, όχι σε ηλεκτρικές φρυγανιέρες για τους βουλευτές που ξεχνούν τι ψηφίζουν.
Όταν ο βουλευτής Φραγκίσκος Παρασύρης από το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να αυξήσει δραματικά το ποσοστό μελοδραματικότητας λέγοντας ότι «γίνεται με το αίμα του ελληνικού λαού», ο Μητσοτάκης σοφά πρότεινε μια μετακόμιση… προς το ΚΚΕ. Και με το δίκιο του! Αν το αίμα είναι αυτό που δίνει ζωή στη ΔΕΗ, τότε καλύτερα να μείνουμε με την ενέργεια, τα δίκτυα και τα τεχνολογικά οράματα, παρά με δραματικές υποθέσεις για κουζίνες.
Η αντίδραση αυτή δείχνει ότι ο Πρωθυπουργός δεν φοβάται ούτε την υπερβολική ρητορεία ούτε τον πολιτικό σουρεαλισμό και ας έχει η αίθουσα και τα δύο σε αφθονία. Όταν η Μιλένα Αποστολάκη παρενέβη με έντονο ύφος από τα έδρανα, επιχειρώντας να απαντήσει στις αιχμές του Πρωθυπουργού, εκείνος της απάντησε με σαφήνεια και χιούμορ να αφήσει την ένταση στην άκρη και να μη μετατρέπει τη συζήτηση σε εξεταστική επιτροπή. Με απλά λόγια, άλλη η αντιπαράθεση, άλλο το θεατρικό δράμα.
Αν υπάρχει κάτι που μάθαμε από αυτή τη συζήτηση, είναι ότι η πολιτική μπορεί να είναι σοβαρή και αστεία ταυτόχρονα, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με κουζίνες, πλυντήρια και… τον κοινωνικό ρόλο της ΔΕΗ. Ίσως τελικά αυτό που χρειαζόμαστε είναι λιγότερη δραματικότητα και περισσότερη… εξυπνάδα στη Βουλή.
Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Δημοκρατία με δόσεις και πυραύλους
Λένε πως η Ιστορία αγαπά την ειρωνεία. Κι αν είναι έτσι, τότε το Ιράν αποτελεί το αγαπημένο της ανέκδοτο. Ένα καθεστώς που ορισμένοι το υπερασπίζονται με πάθος, λες και πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο, κι ας μην έχει δει ποτέ του κανονικές εκλογές, ελεύθερο Τύπο ή εκείνο το παλιομοδίτικο πράγμα που λέγεται λαϊκή εντολή. Δημοκρατία; Μόνο αν τη γράψεις με αόρατο μελάνι.
Η πρόσφατη επίθεση της Αμερικής στο Ιράν άναψε φωτιές σε διπλωματικά σαλόνια και τηλεοπτικά παράθυρα. Οι μεν φώναξαν “ιμπεριαλισμός!”, οι δε “αυτοάμυνα!”. Κι εμείς με το καπέλο μας στραβά και τη σκόνη του Μισισιπή στα παπούτσια, αναρωτιόμαστε πόσο ακόμα θα βαφτίζουμε τη θεοκρατία “ιδιαιτερότητα πολιτισμού” και την καταστολή “εθνική σταθερότητα”;
Ένα καθεστώς που φυλακίζει γυναίκες για ένα κομμάτι ύφασμα, που κυνηγά δημοσιογράφους σαν να ’ναι λαγοί στο κυνήγι, και που αντιμετωπίζει τη διαφωνία όπως ο σερίφης το άλογο που κλωτσά, με μαστίγιο, δύσκολα μπορεί να πουληθεί ως “παρεξηγημένο”. Κι όμως, υπάρχουν πάντα εκείνοι που το υπερασπίζονται από την άνεση ενός καναπέ σε ελεύθερη χώρα. Παράξενο πώς η τυραννία φαίνεται ρομαντική όταν δεν τη ζεις.
Δεν είναι πως οι πύραυλοι φέρνουν δημοκρατία τυλιγμένη σε δώρο. Η Ιστορία μάς έχει δείξει πως η ελευθερία δεν ταξιδεύει πρώτη θέση με στρατιωτικό αεροπλάνο. Όμως, αν ένα καθεστώς δεν γεννήθηκε ποτέ από τη βούληση του λαού και δεν λογοδότησε ποτέ σε αυτόν, τότε κάποτε θα λογοδοτήσει στην Ιστορία. Και η Ιστορία δεν φημίζεται για την υπομονή της. Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν έπρεπε να πέσει, αλλά γιατί άργησε τόσο να αμφισβητηθεί. Διότι όταν η εξουσία φοβάται την κάλπη περισσότερο από τον εχθρό, τότε έχει ήδη παραδεχτεί την ενοχή της.
Όσοι καθιστούν την ειρηνική επανάσταση αδύνατη, θα καταστήσουν τη βίαιη επανάσταση αναπόφευκτη
Τζον Φ. Κένεντι