Σχέδιο αναγέννησης για ιστορικό ναό της Τήνου – Ξεκινά η αποκατάσταση του Αγίου Ιωσήφ
Το Υπουργείο Πολιτισμού δρομολογεί εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και ανάδειξης του μνημείου, με στόχο την ασφαλή επαναλειτουργία του
Στην αποκατάσταση ενός από τα σημαντικότερα καθολικά μνημεία του Αιγαίου προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού, θέτοντας σε τροχιά υλοποίησης το έργο αναστήλωσης του Ιερού Ναού Αγίου Ιωσήφ στα Λουτρά της Τήνου.
Πρόκειται για ένα μνημείο με ξεχωριστή ιστορική και αρχιτεκτονική σημασία, το οποίο συνδέεται άμεσα με την παρουσία των Ιησουιτών και των Ουρσουλινών στο νησί, αλλά και με την εκπαιδευτική και πνευματική ανάπτυξη της περιοχής κατά τον 19ο αιώνα.
Ο ναός, που έχει χαρακτηριστεί νεότερο μνημείο, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της εποχής, συνδυάζοντας τοπικά νεοκλασικά στοιχεία με επιρροές από τη δυτικοευρωπαϊκή και κυρίως την ιταλική παράδοση. Στο εσωτερικό του διατηρούνται σημαντικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως η ξύλινη θολωτή οροφή, το μαρμάρινο αλτάριο, ο ζωγραφικός διάκοσμος, τα ξυλόγλυπτα στοιχεία και ο γυναικωνίτης, που συνθέτουν ένα ιδιαίτερα αξιόλογο αρχιτεκτονικό σύνολο.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού, το έργο θα βασιστεί σε επικαιροποιημένη μελέτη, η οποία λαμβάνει υπόψη τη σημερινή κατάσταση του μνημείου, αλλά και τις φθορές που έχουν επιδεινωθεί με την πάροδο των χρόνων. Στόχος είναι να προστατευθεί η αυθεντικότητα του ναού, να ενισχυθεί η στατική του επάρκεια και να καταστεί ξανά λειτουργικός τόσο ως χώρος λατρείας όσο και ως επισκέψιμο πολιτιστικό σημείο αναφοράς.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, υπογράμμισε ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αφορά όλα τα μνημεία που συγκροτούν την ιστορική ταυτότητα της χώρας, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό τους υπόβαθρο. Όπως ανέφερε, η αποκατάσταση του Αγίου Ιωσήφ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, με σεβασμό στις σύγχρονες επιστημονικές προδιαγραφές και στις αρχές προστασίας των μνημείων.
Η εικόνα του ναού επιδεινώθηκε σταδιακά μετά τη δεκαετία του 1960, όταν περιορίστηκε η παρουσία των Ιησουιτών στην περιοχή και μειώθηκε σημαντικά η χρήση του κτιρίου. Η έλλειψη συστηματικής συντήρησης, σε συνδυασμό με την υγρασία, τις σεισμικές καταπονήσεις και παλαιότερες επεμβάσεις με ακατάλληλα υλικά, προκάλεσαν σοβαρές φθορές τόσο στον φέροντα οργανισμό όσο και στον εσωτερικό διάκοσμο.
Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες πραγματοποιήθηκαν μόνο περιορισμένες σωστικές εργασίες, όπως στερεώσεις, προσωρινές επισκευές της στέγης και ενισχύσεις της θεμελίωσης, χωρίς όμως να εφαρμοστεί ποτέ ολοκληρωμένα η εγκεκριμένη μελέτη αποκατάστασης. Ως αποτέλεσμα, τα προβλήματα συνέχισαν να επιδεινώνονται, καθιστώντας αναγκαία την εκπόνηση νέου σχεδίου παρεμβάσεων.
Το πρόγραμμα που προωθείται προβλέπει εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, μεταξύ των οποίων η ανακατασκευή της ξύλινης στέγης, η ενίσχυση της λιθοδομής και του κωδωνοστασίου, η αποκατάσταση των επιχρισμάτων και του συστήματος απορροής ομβρίων, καθώς και η συντήρηση του ζωγραφικού διακόσμου, των μαρμάρινων και ξύλινων στοιχείων. Παράλληλα, προβλέπεται η αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου και η απομάκρυνση εμφανών ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, ώστε το μνημείο να ανακτήσει τη λειτουργικότητα και την αισθητική του, διατηρώντας παράλληλα τον ιστορικό και αρχιτεκτονικό του χαρακτήρα.