«Hamnet»: Όταν ο θρήνος γίνεται τέχνη και η τέχνη γίνεται λύτρωση (VIDEO)

Το Hamnet δεν είναι ένα ακόμη «σεβαστικό» ιστορικό δράμα για τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Είναι μια ριζική μετατόπιση οπτικής.

«Hamnet»: Όταν ο θρήνος γίνεται τέχνη και η τέχνη γίνεται λύτρωση (VIDEO)

Η  Chloé Zhao διασκευάζει το μυθιστόρημα της Maggie O’Farrell και μετατοπίζει το βλέμμα από τον μύθο στον άνθρωπο. Στο Στράτφορντ του 16ου αιώνα, ο νεαρός δάσκαλος λατινικών Ουίλ (Paul Mescal) ερωτεύεται την ανεξάρτητη, σχεδόν παγανιστική φιγούρα της Άγκνες (Jessie Buckley). Εκείνη είναι δεμένη με τη φύση, τα βότανα, τα ένστικτα· εκείνος με τις λέξεις και τη φιλοδοξία.

Ο έρωτάς τους γεννά οικογένεια: τρία παιδιά, ανάμεσά τους τα δίδυμα Χάμνετ και Τζούντιθ. Όταν όμως ο μικρός Χάμνετ πεθαίνει το 1596, η οικογενειακή ισορροπία συντρίβεται. Η Άγκνες βυθίζεται σε ένα πένθος σχεδόν μεταφυσικό, ο Ουίλ, όλο και πιο απομακρυσμένος στο Λονδίνο, διοχετεύει τον πόνο του στη γραφή. Λίγα χρόνια αργότερα, ένα έργο με σχεδόν ίδιο όνομα – ο Hamlet – θα ανέβει στη σκηνή, μετατρέποντας μια ιδιωτική απώλεια σε παγκόσμιο μύθο.

Η ταινία δεν αφηγείται απλώς μια βιογραφική «υπόθεση». Χτίζει, βήμα-βήμα, την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πένθους: όχι για να διαγράψει τον πόνο, αλλά για να τον μετασχηματίσει.

Το Hamnet δεν είναι ένα ακόμη «σεβαστικό» ιστορικό δράμα για τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Είναι μια ριζική μετατόπιση οπτικής: ο μεγάλος βάρδος περνά σε δεύτερο πλάνο και στο κέντρο στέκεται η γυναίκα που η Ιστορία άφησε σχεδόν στη σκιά. Η Άγκνες δεν είναι απλώς σύζυγος· είναι μήτρα ζωής, φύση, ένστικτο, σώμα που θρηνεί. Και μέσα από εκείνη, η Zhao επιχειρεί κάτι τολμηρό: να ξαναγράψει τον μύθο όχι ως ανδρική ιδιοφυΐα, αλλά ως κοινή ανθρώπινη απώλεια.

Αυτό το βλέμμα έχει σαφές σύγχρονο αποτύπωμα. Σε μια εποχή που επαναξιολογούμε ποια ονόματα έμειναν στην Ιστορία και ποια σβήστηκαν, το Hamnet λειτουργεί σχεδόν προφεμινιστικά. Δεν «ακυρώνει» τον Σαίξπηρ· τον απογυμνώνει. Τον δείχνει πριν γίνει μύθος. Τον δείχνει ευάλωτο. Και κυρίως, τον δείχνει να αντλεί από μια γυναίκα που κουβαλά το βάρος της απώλειας με τρόπο σωματικό, ωμό.

Η σκηνοθεσία επιτίθεται στις αισθήσεις: η φωτογραφία του Łukasz Żal βυθίζει τη φύση σε ομιχλώδη λυρισμό, ενώ η μουσική του Max Richter λειτουργεί σαν υπόγειος παλμός πένθους. Υπάρχουν στιγμές που η ταινία ακροβατεί επικίνδυνα στο μελόδραμα, αγγίζοντας τα όρια της συναισθηματικής υπερβολής. Όμως το φινάλε – μια σύγκλιση θεάτρου και ζωής – επιτυγχάνει κάτι σπάνιο: μετατρέπει τον θεατή από παρατηρητή σε συμμέτοχο κάθαρσης.

Η μεγάλη δύναμη της ταινίας είναι η Jessie Buckley. Η ερμηνεία της δεν ζητά δάκρυα· τα προκαλεί σχεδόν βιολογικά. Δεν «παίζει» το πένθος· το ενσαρκώνει. Σε μια κινηματογραφική χρονιά γεμάτη δυνατές παρουσίες, εδώ έχουμε μια ερμηνεία που δεν διεκδικεί απλώς βραβεία – διεκδικεί μνήμη.

Υπάρχουν αδυναμίες: αφηγηματικές ανισορροπίες, μια αίσθηση prestige φιλοδοξίας που βαραίνει ορισμένες σκηνές, μια κάπως εργαλειακή ανάγνωση του Hamlet ως καθαρά θεραπευτικού έργου. Όμως ακόμη κι έτσι, το Hamnet καταφέρνει κάτι ουσιαστικό: υπενθυμίζει γιατί η τέχνη παραμένει αναγκαία.

Σε μια εποχή συλλογικών τραυμάτων – πανδημιών, πολέμων, απωλειών που δεν προλαβαίνουμε να πενθήσουμε – η ιδέα ότι μια προσωπική τραγωδία μπορεί να μετατραπεί σε έργο που ενώνει αγνώστους σε μια σκοτεινή αίθουσα μοιάζει σχεδόν επαναστατική.

Το Hamnet δεν είναι απλώς μια ταινία για το πώς γράφτηκε ο Άμλετ. Είναι μια ταινία για το πώς επιβιώνουμε. Και για το πώς, κάποιες φορές, η δημιουργία είναι ο μόνος τρόπος να μην χαθούμε μαζί με ό,τι χάσαμε.