Το Μαξίμου σε προεκλογικούς ρυθμούς: Μεταρρυθμίσεις, κομματική συσπείρωση και το δίλημμα της σταθερότητας
Με αιχμή τις μεταρρυθμίσεις, την κομματική συσπείρωση και ένα καθαρό πολιτικό δίλημμα, η κυβέρνηση περνά πλέον σε προεκλογική φάση με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές του 2027.
Το σήμα το έδωσε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην εκδήλωση της Γραμματείας Οργανωτικού, όταν μίλησε για τις «επόμενες κάλπες» και περιέγραψε το 2026 ως την τελευταία πλήρη χρονιά της θητείας που θα κρίνει την πορεία της χώρας στα επόμενα χρόνια. Μάλιστα αποτυπώνεται όλο και πιο καθαρά τόσο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το κυβερνητικό έργο όσο και στον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιείται ο κομματικός μηχανισμός.
Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ έθεσε στο εκλογικό σώμα το δίλημμα: «ασφαλής, ισχυρή και σταθερή Ελλάδα σε τροχιά προόδου» ή «ρίσκο» και μία χώρα «ακυβέρνητο καράβι».
Το κυβερνών κόμμα επιχειρεί να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη φθορά της καθημερινότητας σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, όπου το δίλημμα θα είναι η «σταθερότητα», η «αξιοπιστία» και τα «μετρήσιμα αποτελέσματα». Με άλλα λόγια, το κυβερνητικό επιτελείο προσπαθεί να στήσει από τώρα το δίλημμα της επόμενης κάλπης, όχι με όρους παραδοσιακής κομματικής αντιπαράθεσης, αλλά με όρους διακυβέρνησης που απευθύνεται όχι μόνο στον παραδοσιακό πυρήνα της, αλλά και σε κεντρώους.
Το Μαξίμου και η προσπάθεια αλλαγής ατζέντας
Η κυβερνητική στρατηγική προωθεί την έντονη προβολή του κυβερνητικού προγραμματισμού για το 2026. Η κυβέρνηση έχει ήδη παρουσιάσει το «Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής 2026» με 10 βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και 30 μεταρρυθμίσεις. Στη λίστα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το νέο Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η αναδιάρθρωση των ΥΔΟΜ, η αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου και νομοσχέδιο για τη νόμιμη μετανάστευση.
Την ίδια ώρα το Μαξίμου επιχειρεί να ανεβάσει το πολιτικό βάρος της ατζέντας με τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Αυτή η επιλογή έχει διπλή στόχευση: από τη μία δίνει μεταρρυθμιστικό βάθος στην κυβερνητική αφήγηση, από την άλλη πιέζει το ΠΑΣΟΚ και συνολικά την αντιπολίτευση να τοποθετηθούν σε πεδία όπου η ΝΔ πιστεύει ότι έχει πολιτικό πλεονέκτημα.
Σε κοινή γραμμή Μαξίμου και Πειραιώς
Κυβέρνηση και κόμμα κινούνται συντονισμένα. Η ΝΔ έχει ήδη μπει σε τροχιά συνεδρίου. Ο προσυνεδριακός διάλογος ξεκίνησε από τα Ιωάννινα, με θεματικές που δεν είναι τυχαίες («Παιδεία – Υγεία – Εργασία – Κοινωνική Συνοχή»), δηλαδή πεδία που συνδέονται άμεσα με την καθημερινότητα και το κοινωνικό αποτύπωμα της κυβέρνησης. Μεθαύριο, Τετάρτη ,θα πραγματοποιηθεί στην Αλεξανδρούπολη το δεύτερο «γαλάζιο» προσυνέδριο παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη με θέμα: «Ασφαλής Ελλάδα».
Οι δημοσκοπικές … αντοχές και ο Δένδιας
Οι δημόσιες αναφορές του Νίκου Δένδια για τις επιδόσεις της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις και την ανάγκη «επιστροφής» στις αρχές της παράταξης, αλλά και η άμεση απάντηση του Παύλου Μαρινάκη, ανέδειξαν με καθαρό τρόπο το πολιτικό βάθος της συζήτησης που ανοίγει στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης.
Ο Νίκος Δένδιας έβαλε δημοσίως στο τραπέζι έναν προβληματισμό που συζητείται εδώ και καιρό στο εσωτερικό της ΝΔ: Γιατί το κόμμα δεν εμφανίζει στις δημοσκοπήσεις επιδόσεις που, κατά την εκτίμηση στελεχών, αντιστοιχούν στο κυβερνητικό του αποτύπωμα. Η αναφορά του στην «αγωνία» για τις δημοσκοπικές επιδόσεις και η φράση περί επιστροφής στις αξίες και στο «DNA» της παράταξης ερμηνεύτηκαν ως σαφές πολιτικό σήμα, όχι μόνο για την εκλογική στρατηγική αλλά και για την ταυτότητα της ΝΔ στη δεύτερη τετραετία.
Η απάντηση ήρθε γρήγορα και με σαφή στόχο να κλείσει η συζήτηση πριν πάρει εσωκομματικές διαστάσεις. Ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στις αιχμές Δένδια, τόνισε ότι δεν θυμάται άλλη κυβέρνηση της ΝΔ «πιο πιστή στο DNA της παράταξης», προσθέτοντας παράλληλα το επιχείρημα της «ανθεκτικότητας» της κυβέρνησης Μητσοτάκη και επιχειρώντας να επιβεβαιώσει ότι η κυβέρνηση ήδη εκφράζει τις βασικές αρχές της ΝΔ.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι οι δημοσκοπήσεις, αν και ευνοϊκές ως προς την πρωτιά, εξακολουθούν να καταγράφουν δυσπιστία σε κρίσιμα πεδία της καθημερινότητας δικαιολογώντας έτσι τον προβληματισμό.