Με ορίζοντα το 2030 η κυβέρνηση ανοίγει τον διάλογο για Σύνταγμα και Παιδεία

Με ορίζοντα το 2030 η κυβέρνηση ανοίγει τον διάλογο για Σύνταγμα και Παιδεία
Συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ) υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Με δύο βαριά θεσμικά θέματα επέλεξε να «κλείσει» πολιτικά την εβδομάδα ο πρωθυπουργός, θέτοντας στο επίκεντρο την έναρξη του διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και προαναγγέλλοντας ότι μέσα στον Φεβρουάριο ανοίγει η συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο.

Το μήνυμα του Μεγάρου Μαξίμου κινείται στη λογική μιας ατζέντας που επιχειρεί να ξεπεράσει τη συγκυρία, «κουμπώνοντας» μεταρρυθμίσεις και θεσμικές τομές με έναν καθαρό χρονικό ορίζοντα: το 2030, όταν η χώρα θα συμπληρώνει 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους.

Το «στοίχημα» της Αναθεώρησης του Συντάγματος

Στο κομμάτι της αναθεώρησης, ο πρωθυπουργός περιγράφει την πρωτοβουλία ως μια ακόμη θεσμική δέσμευση που περνά από τη διακήρυξη στην εφαρμογή.

Θέτει, παράλληλα, ένα ερώτημα: ποια από όσα ισχύουν σήμερα εξακολουθούν να υπηρετούν αποτελεσματικά τις ανάγκες της εποχής και τι απαιτεί προσαρμογή για να συνεχίσει να λειτουργεί. Η αναθεώρηση παρουσιάζεται ως διαδικασία που δεν εξαντλείται στο «σήμερα», αλλά αφορά το πώς θα λειτουργούν οι θεσμοί σε βάθος χρόνου, με περισσότερη διαφάνεια και λογοδοσία, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και να θωρακιστεί το πολίτευμα απέναντι σε νέες, σύνθετες προκλήσεις — από την τεχνητή νοημοσύνη έως την κλιματική κρίση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση θέτει στο τραπέζι συγκεκριμένες προτάσεις. Μεταξύ αυτών η συνταγματική περιφρούρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η αλλαγή του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών, η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, η συμμετοχή του δικαστικού σώματος στην επιλογή της ηγεσίας του, αλλά και η αξιολόγηση στο Δημόσιο, με ανοιχτό το ενδεχόμενο άρσης της μονιμότητας. Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι πρόκειται για ζητήματα που ξεκινούν από τον «σκληρό πυρήνα» των θεσμών, αλλά τελικά φτάνουν στην καθημερινότητα: από τη σχέση κράτους–πολίτη έως την αξιοπιστία της πολιτικής και τη λειτουργία του διοικητικού μηχανισμού.

Το χρονοδιάγραμμα δίνεται επίσης με σαφήνεια: η τελική εισήγηση, ενσωματώνοντας τις θέσεις των βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας, προγραμματίζεται να παρουσιαστεί μέσα στον Μάρτιο. Την ίδια στιγμή, απευθύνεται πρόσκληση προς τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις να μπουν στον διάλογο «χωρίς δογματισμούς, προσχήματα και κομματικούς υπολογισμούς», με το σκεπτικό ότι η αναθεώρηση «υπερβαίνει» τα κόμματα και αφορά το ίδιο το κοινωνικό συμβόλαιο: το Σύνταγμα ως πλαίσιο που ορίζει τις συντεταγμένες της κοινής ζωής και τον πήχη των απαιτήσεων από τη Δημοκρατία και τους θεσμούς.

Ο διάλογος για το Εθνικό Απολυτήριο και οι «κόκκινες γραμμές»

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο που χαρακτηρίζει εξίσου «υπερκομματικό»: την Παιδεία. Με αφετηρία τον Φεβρουάριο, προαναγγέλλει διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο, με στόχο ένα Λύκειο που θα αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη εκπαιδευτική αξία και αυτοτέλεια. Η κατεύθυνση που δίνεται είναι να μετακινηθεί το σχολείο από τον ρόλο του «μηχανισμού προετοιμασίας» για εξετάσεις, σε χώρο ουσιαστικής μάθησης που εξοπλίζει τους μαθητές με γνώσεις και δεξιότητες χρήσιμες για το επόμενο βήμα τους, είτε αυτό είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση είτε η αγορά εργασίας.

Η κυβέρνηση επιμένει ότι ο διάλογος δεν ξεκινά από μηδενική βάση — θα αποτιμηθούν οι μεταρρυθμίσεις από το 2019 — αλλά η ματιά στρέφεται στο «Λύκειο του μέλλοντος». Και για να αποφευχθούν φόβοι αιφνιδιασμού, δίνονται συγκεκριμένες διευκρινίσεις: οι αλλαγές δεν αφορούν τους μαθητές που φοιτούν σήμερα στο Λύκειο ούτε τους μαθητές της Γ’ Γυμνασίου, οι Πανελλαδικές δεν καταργούνται και ο πιθανός ορίζοντας εφαρμογής τοποθετείται στην Α’ Λυκείου από το σχολικό έτος 2027–2028.

Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να χαράξει το στίγμα της επόμενης περιόδου πάνω σε μια απαιτητική θεσμική ατζέντα — από τις αλλαγές στο Σύνταγμα έως τον ανασχεδιασμό του σχολείου — μετακινώντας το επίκεντρο από την πρόσκαιρη πολιτική σύγκρουση σε επιλογές με ορίζοντα χρόνου. Το διακύβευμα, ωστόσο, παραμένει διπλό: αν θα διαμορφωθούν πραγματικές προϋποθέσεις συναίνεσης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και αν η συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο θα καταφέρει να πείσει κοινωνία και εκπαιδευτικούς ότι πρόκειται για ουσιαστική μεταρρύθμιση, με σαφές πλαίσιο, συνέχεια και απτά αποτελέσματα.