Στην Άγκυρα ο Μητσοτάκης για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ – Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της συλλογικής άμυνας

Στην Άγκυρα ο Μητσοτάκης για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ – Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της συλλογικής άμυνας
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Με ισχυρό χαρτί τη σταθερή υπέρβαση των νατοϊκών στόχων για τις αμυντικές δαπάνες προσέρχεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, που πραγματοποιείται σήμερα και αύριο στην Άγκυρα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η διατλαντική σχέση δοκιμάζεται από την πίεση για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στην άμυνα, η Αθήνα επιδιώκει να εμφανιστεί όχι απλώς ως συνεπής σύμμαχος, αλλά ως χώρα που βρίσκεται ήδη στον σκληρό πυρήνα της νέας αμυντικής αρχιτεκτονικής της Συμμαχίας.

Η φετινή Σύνοδος πραγματοποιείται έναν χρόνο μετά τη Χάγη, όπου οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν σε μια ιστορική αναβάθμιση των αμυντικών δεσμεύσεων: Συνολικές δαπάνες 5% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2035, εκ των οποίων το 3,5% αφορά αμιγώς αμυντικές δαπάνες και το 1,5% ευρύτερες επενδύσεις που συνδέονται με την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα, τις υποδομές διττής χρήσης και την αμυντική βιομηχανία.

Στο επίκεντρο των εργασιών της Συνόδου βρίσκεται η αποτίμηση της προόδου των κρατών-μελών ως προς την υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων. Η συζήτηση δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική. Η Ουάσιγκτον ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνα της ηπείρου, ενώ στο εσωτερικό πολλών ευρωπαϊκών χωρών η αύξηση των αμυντικών δαπανών προκαλεί δημοσιονομικές και κοινωνικές πιέσεις.

Σταθερή εθνική προτεραιότητα η άμυνα

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει να αναδείξει ότι δεν ξεκινά τώρα την προσπάθεια προσαρμογής. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως μία από τις χώρες που διαχρονικά αντιμετώπισαν την άμυνα ως σταθερή εθνική προτεραιότητα. Ακόμη και κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης, η χώρα παρέμεινε πάνω από τον προηγούμενο στόχο του 2% του ΑΕΠ, σε αντίθεση με αρκετά κράτη-μέλη που επί χρόνια υπολείπονταν των νατοϊκών δεσμεύσεων.

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, οι αμιγώς αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας για το 2026 εκτιμώνται στο 3,6% του ΑΕΠ, από 2,75% το 2025 και 2,74% το 2024. Με αυτά τα δεδομένα, η Αθήνα προβάλλει ότι έχει ήδη υπερβεί τον στόχο του 3,5% για τις αμιγώς αμυντικές δαπάνες, ο οποίος συμφωνήθηκε στη Χάγη με ορίζοντα το 2035. Στην ίδια κατηγορία χωρών που κινούνται μπροστά από τον μέσο συμμαχικό ρυθμό συγκαταλέγονται, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Πολωνία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία.

Η ελληνική παρουσία στη Σύνοδο συνδέεται και με το δωδεκαετές πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, ύψους 25 δισ. ευρώ, μέσω του οποίου η κυβέρνηση επιχειρεί να αναβαθμίσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας και να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ. Το πρόγραμμα αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που θέλει την Ελλάδα να επενδύει όχι μόνο σε εξοπλισμούς, αλλά και σε τεχνολογία, υποδομές, αμυντική βιομηχανία και διαλειτουργικότητα με τους συμμάχους.

Στόχος να «μπει στο χορό» όλη η Ευρώπη

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η Σύνοδος της Άγκυρας αποτελεί και πεδίο ανάδειξης μιας θέσης που ο ίδιος έχει διατυπώσει επανειλημμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο: ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο, ταχύτερα και πιο συντονισμένα στη συλλογική της άμυνα. Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν περιορίζεται στην ανάγκη αύξησης των εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών, αλλά επεκτείνεται και στη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, ακόμη και μέσω κοινού δανεισμού για την άμυνα.

Η Αθήνα υποστηρίζει ότι μια ισχυρότερη αμυντικά Ευρώπη δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, μπορεί να καταστήσει την Ευρώπη πιο αξιόπιστο εταίρο της Ουάσιγκτον και, τελικά, να ενισχύσει το ίδιο το ΝΑΤΟ. Πρόκειται για γραμμή που αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια συγκυρία κατά την οποία η Συμμαχία αναζητά νέα ισορροπία ανάμεσα στην αμερικανική ηγεσία και την ευρωπαϊκή ανάληψη ευθυνών.

Η Σύνοδος της Άγκυρας διεξάγεται σε ένα πυκνό γεωπολιτικό περιβάλλον, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη ρωσική απειλή, τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τη συζήτηση για την ανθεκτικότητα των δυτικών κοινωνιών να επαναφέρουν την άμυνα στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας. Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στη Σύνοδο δεν έχει μόνο συμμαχική διάσταση. Έχει και σαφές εθνικό μήνυμα: Ότι η χώρα επιδιώκει να παραμείνει δύναμη σταθερότητας, αποτροπής και αξιοπιστίας στην ευρύτερη περιοχή.

Με αυτή την ατζέντα, ο πρωθυπουργός προσέρχεται στη Σύνοδο επιχειρώντας να συνδέσει την ελληνική αμυντική πολιτική με τη μεγάλη συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.