Ο Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ και η πολιτική του τέλους χωρίς αρχές
Αν αυτή η νέα φάση γίνει απλώς μια επανάληψη, τότε η ρήξη με το παλιό αντί για αναγέννηση, θα αποδειχθεί ειρωνεία της πολιτικής μνήμης.
Η πολιτικά σουρεαλιστική απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να εγκρίνει την πρόταση του Σωκράτη Φάμελλου για «συμπόρευση» με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα που δεν έχει ακόμα ιδρυθεί, σηματοδοτεί κάτι πολύ περισσότερο από έναν οργανωτικό ελιγμό. Είναι η θεσμική αποδοχή μιας πολιτικής πραγματικότητας που είχε ήδη εγκαθιδρυθεί στο παρασκήνιο, πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υφίσταται πια εδώ και καιρό ως αυτόνομο κόμμα, αλλά ως πολιτικός μηχανισμός γύρω από την προσωπική στρατηγική του πρώην πρωθυπουργού. Το γεγονός ότι αυτή η επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις, κυρίως από τον Παύλο Πολάκη, δεν αναιρεί τη βαθύτερη αλήθεια, ότι η παράταξη της ριζοσπαστικής αριστεράς έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα στη νοσταλγία του ηγέτη και στον υπαρξιακό φόβο της διάλυσης.
Με την σχεδόν ομόφωνη αποδοχή της πρότασης Φάμελλου, φτάνουμε απλώς στο τελευταίο επεισόδιο μιας αργής αλλά μεθοδικής αποδόμησης. Μετά τις εκλογές του 2023, ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποχώρησε ποτέ πραγματικά από το κόμμα του, απλώς άλλαξε τακτική. Αρχικά, μέσω στενών του συνεργατών, ενθάρρυνε την υποψηφιότητα του «αλεξιπτωτιστή» Στέφανου Κασσελάκη, βλέποντας σ’ αυτόν έναν πρόθυμο και πολιτικά ανώριμο μεταβατικό ηγέτη, να φορτωθεί ήττες και διασπάσεις. Ήταν μια επιλογή χωρίς αρχές αλλά με σκοπό: να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να καεί μέσα στη δική του ανάγκη ανανέωσης. Και όταν το πείραμα αυτό απέτυχε, αναπόφευκτα, αφού δεν στηριζόταν σε πολιτική, αλλά σε επικοινωνία και έτσι ο Τσίπρας βρήκε το πρόσχημα για την επιστροφή.
Η επιστολή του, την ημέρα του συνεδρίου τον Φεβρουάριο του 2024, με την οποία αμφισβήτησε ανοικτά την ηγεσία του Κασσελάκη, ήταν το σημείο καμπής. Δεν επρόκειτο για πολιτική πρόταση, αλλά για επιχείρηση αποσταθεροποίησης. Ο Τσίπρας ήξερε ότι δεν θα τον ανέτρεπε τότε, ήθελε απλώς να δείξει ότι καμία ηγεσία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τη σκιά του. Από εκεί και πέρα, η εσωκομματική αποσύνθεση ήταν ήδη αυτοτροφοδοτούμενη, με διαρροές, αποχωρήσεις, διασπάσεις, μέχρι την πλήρη κατάρρευση και τη θεσμική έκπτωση του κόμματος από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης το φθινόπωρο του 2024.
Κι όμως, αυτή η αποδόμηση δεν έγινε τυχαία. Ήταν η πρώτη φάση του προσωπικού σχεδίου ανασχεδιασμού του Τσίπρα, σε βάρος του κόμματος, αλλά του ίδιου του πολιτικού του ρόλου. Χωρίς να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη για τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρώην πρωθυπουργός κατάφερε να εμφανιστεί ως ο υπεράνω των γεγονότων, ως θεατής ενός ναυαγίου που, ωστόσο, ο ίδιος είχε προγραμματίσει. Και τώρα, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί εναγωνίως ταυτότητα και ρόλο, ο Τσίπρας επανεμφανίζεται ως ο μόνος που μπορεί να προσφέρει σταθερότητα, μια σταθερότητα όμως χτισμένη πάνω στα ερείπια των ίδιων του των επιλογών.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του εναπομείναντος ΣΥΡΙΖΑ δείχνει μιαν εντυπωσιακή πολιτική ανεπάρκεια. Αντί να διαμορφώσει ένα νέο αφήγημα, εγκλωβίστηκε σε μια ατέρμονη συζήτηση περί «ενότητας», μια ενότητα χωρίς αρχές, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς ιδεολογική πυξίδα. Η αποδοχή της «συμπόρευσης» με τον Τσίπρα δεν προκύπτει από πίστη στο όραμά του, αλλά από τον φόβο της πλήρους εξαφάνισης. Είναι μια πράξη πολιτικής αυτοσυντήρησης, μια παραδοχή ότι το κόμμα δεν έχει πια την ικανότητα να επιβιώσει χωρίς το προσωπικό του brand. Όμως, κάθε κόμμα που μετατρέπεται σε παράρτημα του ονόματος που το ίδρυσε, παύει να είναι κόμμα και γίνεται σκιά.
Η σημερινή «συμφιλίωση» με τον Τσίπρα, επομένως, δεν είναι κίνηση ενότητας, αλλά διάβημα απελπισίας. Και ο ίδιος ο Τσίπρας, όσο κι αν το αρνείται, φαίνεται να χρησιμοποιεί αυτήν την εσωκομματική αδυναμία ως εργαλείο για τον δικό του πολιτικό επανασχεδιασμό. Η αποχώρησή του από τη βουλευτική ιδιότητα, που παρουσιάστηκε ως πράξη θεσμικού συμβολισμού, λειτουργεί στην πραγματικότητα ως μέσο ανανέωσης της εικόνας του, μια «αποκαθήλωση» εκούσια, που προοριζόταν να καταλήξει σε αναστήλωση. Είναι η πιο τακτικιστική εκδοχή της ελληνικής πολιτικής: αποσύρεσαι για να επιστρέψεις καθαρός, αφήνοντας πίσω σου συντρίμμια που εσύ ο ίδιος προκάλεσες.
Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η στάση του Πολάκη αποκτά μια παράδοξη λογική. Όχι επειδή έχει δίκιο πολιτικά, αλλά επειδή αναγνωρίζει τη γυμνή αλήθεια, ότι δηλαδή αυτό που αποκαλείται σήμερα «ΣΥΡΙΖΑ» δεν είναι πια πολιτικό κόμμα, αλλά μηχανισμός επιβίωσης μεταξύ προσωπικών φιλοδοξιών. Ο ίδιος μπορεί να εκφράζει το πιο λαϊκίστικο και συχνά τοξικό τμήμα του χώρου, αλλά η προειδοποίησή του για «διάσπαση» αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Δεν υπάρχει πια καμία κοινή αρχή που να μπορεί να κρατήσει ενωμένο το σχήμα, καθώς υπάρχει μόνο ο φόβος της εξαφάνισης και η ανάμνηση ενός ηγέτη που έμαθε να κινείται με χειρουργική ακρίβεια μέσα στην ασάφεια.
Η ειρωνεία είναι ότι η αναγκαία αυτή σύμπραξη, μπορεί να αποδειχτεί ως «δηλητηριασμένο δώρο» για τον Αλέξη Τσίπρα. Το κόμμα προσχωρεί κάτω από την πίεση των συνθηκών και ο ηγέτης επιστρέφει χωρίς να χρειάζεται να είναι υποψήφιος σε εκλογική διαδικασία ηγεσίας ή να αναλάβει οργανωτικά βάρη. Το αποτέλεσμα; Ένα πεδίο πολιτικής πάλης που φθείρει και τους δύο, με το κόμμα να χάνει σε αυτονομία και ο ηγέτης να χάνει την έννοια της ανανέωσης, γιατί επανέρχεται με τον ίδιο τρόπο όπως αποχώρησε, χρεωμένος και τρείς τουλάχιστον διασπάσεις, προερχόμενες από τη διαλυτική τακτική του.
Και η Ιστορία δεν συγχωρεί εύκολα τις επαναλήψεις: η ελληνική Αριστερά έχει ήδη βιώσει κρίσεις ταυτότητας, ηγεμονικούς κύκλους, και αναβιώσεις που στηρίχθηκαν σε προσωπικά πρόσωπα αντί για συλλογικά σχήματα. Αν αυτή η νέα φάση γίνει απλώς μια επανάληψη, τότε η ρήξη με το παλιό αντί για αναγέννηση, θα αποδειχθεί ειρωνεία της πολιτικής μνήμης.