Καρπούζι: «Φεύγει» 0,10€ από το χωράφι και φτάνει 1,40€ στο ράφι

Η εξίσωση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη αν αναλογιστεί κανείς την κατακόρυφη άνοδο των λειτουργικών εξόδων τα τελευταία έτη

Καρπούζι: «Φεύγει» 0,10€ από το χωράφι και φτάνει 1,40€ στο ράφι
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Σε πλήρες αδιέξοδο βρίσκονται φέτος οι Έλληνες καρπουζοπαραγωγοί, οι οποίοι βλέπουν τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς να εξανεμίζονται εξαιτίας της κατακόρυφης πτώσης των τιμών στην παραγωγή, την ώρα που το κόστος καλλιέργειας έχει εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη. Το πλέον οξύμωρο σχήμα της αγοράς επιβεβαιώνεται για ακόμη μια φορά, καθώς την ίδια στιγμή που το καρπούζι φεύγει από το χωράφι σε εξευτελιστικές τιμές, η τιμή του για τον τελικό καταναλωτή στα αστικά κέντρα παραμένει πολλαπλάσια, αναδεικνύοντας το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην παραγωγή και τη λιανική πώληση.

Η φετινή σεζόν για το καλοκαιρινό φρούτο-σύμβολο της χώρας εξελίσσεται σε θρίλερ, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες των καλλιεργητών για μια κερδοφόρα χρονιά. Η περσινή καλή πορεία του προϊόντος, όταν η τιμή συγκρατήθηκε στα 25 λεπτά το κιλό, λειτούργησε ως δέλεαρ για πολλούς αγρότες, οι οποίοι εγκατέλειψαν άλλες καλλιέργειες για να στραφούν μαζικά στο καρπούζι. Η απόφαση αυτή οδήγησε σε υπερπροσφορά στην αγορά, γεγονός που γύρισε μπούμερανγκ για τους ίδιους τους παραγωγούς, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω και εγκλωβίζοντάς τους σε μια εξαιρετικά ζημιογόνα συγκυρία.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του καρπουζοπαραγωγού από την Αμαλιάδα, Παναγιώτη Πασσά, ο οποίος περιγράφει με μελανά χρώματα την πραγματικότητα που βιώνει ο κλάδος. Όπως επισημαίνει, η τιμή για το καρπούζι στο χωράφι κυμαίνεται πλέον μεταξύ 10 και 25 λεπτών το κιλό, ποσό που δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τα βασικά έξοδα της καλλιέργειας. Οι απώλειες για τους αγρότες είναι τεράστιες, με τη ζημιά να αγγίζει πλέον τα 500 ευρώ ανά στρέμμα, γεγονός που καθιστά τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους οικονομικά ασύμφορη.

Η εξίσωση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη αν αναλογιστεί κανείς την κατακόρυφη άνοδο των λειτουργικών εξόδων τα τελευταία έτη. Το κόστος ανά στρέμμα έχει εκτιναχθεί από τα 700 ευρώ που ήταν παλαιότερα, κοντά ή και πάνω από τα 1.000 ευρώ σήμερα. Η αύξηση αυτή αντανακλάται σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, με τα ημερομίσθια των εργατών γης να έχουν διπλασιαστεί, σημειώνοντας άνοδο από τα 25 ευρώ στα 50 με 60 ευρώ, ενώ η τιμή του πετρελαίου κίνησης αγγίζει πλέον τα 2 ευρώ το λίτρο. Παράλληλα, οι ανατιμήσεις στα λιπάσματα και τα γενικά έξοδα καλλιέργειας στερούν από τους παραγωγούς κάθε περιθώριο κέρδους, ακόμη και σε περιπτώσεις που η σοδειά κρίνεται ποιοτικά και ποσοτικά εξαιρετική.

Στην αντίπερα όχθη, η εικόνα που αντικρίζουν οι καταναλωτές στα σούπερ μάρκετ, τις λαϊκές αγορές και τα οπωροπωλεία στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι εντελώς διαφορετική. Στην Αθήνα η λιανική τιμή του καρπουζιού διαμορφώνεται από 1,30 έως 1,40 ευρώ το κιλό, ανάλογα με την περιοχή και το σημείο πώλησης. Αντίστοιχα απογοητευτική για την τσέπη των καταναλωτών είναι η κατάσταση και στη Θεσσαλονίκη, όπου στα μανάβικα και τις αγορές της πόλης η τιμή «κλειδώνει» σταθερά γύρω στα 1,35 ευρώ το κιλό, επιβεβαιώνοντας ότι το ράλι των ανατιμήσεων δεν γνωρίζει γεωγραφικούς περιορισμούς.