«Με μετρητά ή κάρτα;» – Το κόλπο των 25 εκατ. ευρώ από την πιτσαρία
«Με μετρητά ή κάρτα;»: μία… φαινομενικά απλή ερώτηση προς τον πελάτη φαίνεται πως αποτελούσε το πρώτο βήμα ενός καλά οργανωμένου μηχανισμού φοροδιαφυγής στην αλυσίδα πίτσας που ερευνάται για μη απόδοση ΦΠΑ, ύψους τουλάχιστον 25 εκατ. ευρώ, από το 2022.
Το κόλπο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει οι αστυνομικές αρχές, στηριζόταν σε μια φαινομενικά απλή πρακτική: πίτσες που οι πελάτες είχαν παραγγείλει και πληρώσει κανονικά, εμφανίζονταν στο ηλεκτρονικό σύστημα ως «κέρασμα», με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες εισπράξεις να αποκρύπτονται από τα επίσημα φορολογικά στοιχεία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, περίπου μία στις τέσσερις πίτσες που εξοφλούνταν με μετρητά, φέρεται να καταχωριζόταν με αυτόν τον τρόπο. Το σύστημα επέτρεπε, κατά τις ίδιες πληροφορίες, να αποκρύπτεται έως και το 25% των συγκεκριμένων πωλήσεων.
Ρόλο-«κλειδί» στον μηχανισμό με τον οποίο στηνόταν το κόλπο είχε το κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο παρέμενε υπό τον έλεγχο της διοίκησης της εταιρείας, παρότι το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου λειτουργούσε με τη μέθοδο του franchise.
Ο πελάτης τηλεφωνούσε, έδινε την παραγγελία του και ενημέρωνε εάν θα πλήρωνε με κάρτα ή μετρητά. Η παραγγελία διαβιβαζόταν στη συνέχεια στο κατάστημα της περιοχής του. Όταν ο πελάτης επέλεγε πληρωμή με μετρητά, υπήρχε η δυνατότητα να μην σταλεί κανονική φορολογική απόδειξη, αλλά δελτίο αποστολής, ενώ η συναλλαγή καταχωριζόταν ως «κέρασμα».
Έτσι, ενώ ο πελάτης κατέβαλε ολόκληρο το αντίτιμο, το σύστημα εμφάνιζε την παραγγελία, σαν να είχε προσφερθεί δωρεάν. Η πώληση δεν αποτυπωνόταν στον δηλωμένο τζίρο και δεν αποδιδόταν ο αντίστοιχος ΦΠΑ.
Η πρακτική φέρεται να εφαρμοζόταν μέσω ειδικά διαμορφωμένου λογισμικού, το οποίο είχε ενσωματωθεί στο κεντρικό σύστημα διαχείρισης παραγγελιών. Παράλληλα, εξετάζεται και ο τρόπος με τον οποίο συμμετείχαν στον μηχανισμό συνεργαζόμενα καταστήματα της αλυσίδας.
Όπως προκύπτει, στους συνεργάτες franchise παρουσιαζόταν η δυνατότητα επιστροφής ποσοστού 20% επί των παραγγελιών που δεν συνοδεύονταν από κανονική απόδειξη. Τα ποσά από τις αδήλωτες εισπράξεις φέρεται να μοιράζονταν, βάσει προκαθορισμένων ποσοστών, ανάμεσα στη διοίκηση και τους διαχειριστές των καταστημάτων.
Οι αστυνομικές αρχές εξετάζουν πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες μέρος των χρημάτων παραδιδόταν σε μετρητά, κατά τη διάρκεια συναντήσεων που πραγματοποιούνταν περίπου κάθε δύο μήνες, σε ειδικό χώρο καταστήματος σε εμπορικό κέντρο του Αμαρουσίου.
Παράλληλα, οι Αρχές διερευνούν καταγγελίες ότι ορισμένοι συνεργάτες δέχονταν πιέσεις να ακολουθήσουν το συγκεκριμένο σύστημα, υπό την απειλή απώλειας του δικαιώματος λειτουργίας καταστήματος με την επωνυμία της αλυσίδας.
Οι αστυνομικοί της Οικονομικής Αστυνομίας πραγματοποίησαν ελέγχους και δοκιμαστικές παραγγελίες, καταγράφοντας σε βίντεο τη διαδικασία. Με αυτό τον τρόπο διαπίστωσαν ότι παραγγελίες που καταχωρίζονταν ως «κέρασμα» και εξοφλούνταν με μετρητά, δεν συνοδεύονταν από φορολογικό παραστατικό.
Στο κέντρο διαχείρισης παραγγελιών της εταιρείας στο Χαλάνδρι εντοπίστηκαν επίσης ηλεκτρονικά αρχεία που φέρονται να περιείχαν παράλληλη καταγραφή των πραγματικών πωλήσεων. Τα αρχεία εξετάζονται από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, καθώς θεωρούνται κρίσιμα για την αποτύπωση του εύρους της υπόθεσης.