Σεισμοί, κατασκευές, και η επικίνδυνη ψευδαίσθηση ασφάλειας στην Ελλάδα

Σεισμοί, κατασκευές, και η επικίνδυνη ψευδαίσθηση ασφάλειας στην Ελλάδα
ΑΠΕ ΜΠΕ/EPA/RONALD PENA R

Συνήθως, οι πολύ ισχυροί σεισμοί, οι ανυπολόγιστοι νεκροί και οι ισοπεδωμένες γειτονιές οδηγούν τη δημόσια συζήτηση σε κάτι πολύ πιο πεζό από τα Ρίχτερ: στις κατασκευές. Όχι τόσο στο μέγεθος της εκάστοτε δόνησης, αλλά στην αντοχή των κατασκευών. Όχι στις ανεμπόδιστες δυνάμεις της φύσης, αλλά στην ταπεινή ανθρώπινη προετοιμασία.

Αν και πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μας, ορισμένες τραγικές εικόνες από τη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να επαναληφθούν και εδώ. Δυστυχώς όμως, σε κάθε μεγάλη θεομηνία του πλανήτη, η χώρα μας συνηθίζει να συμπεριφέρεται ως απλός θεατής. Για λίγες ημέρες συζητά, συγκρίνει, εκφράζει ανησυχίες και στη συνέχεια επιστρέφει στην αμεριμνησία της. Ωστόσο, οι φυσικές καταστροφές παρουσιάζουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα: δεν αναγνωρίζουν σύνορα, οικονομικές δυνατότητες ή πολιτικές επιπτώσεις. Όταν συμβούν, αξία έχουν μόνο όσα έγιναν εγκαίρως, ώστε να περιοριστούν οι ζημιές τους.

Σε νομοθετικό επίπεδο, η Ελλάδα έχει ομολογουμένως κάνει αξιόλογα βήματα. Μετά τη θέσπισή του το 2023, ο προσεισμικός έλεγχος δημοσίων κτιρίων προχωρά, έστω αργά: σχολεία, νοσοκομεία και λοιπές κρίσιμες υποδομές έχουν μπει σε διαδικασία διαδοχικών ελέγχων, ενώ ο παλαιότερος αντισεισμικός σχεδιασμός επικαιροποιείται. Πρόκειται για αναγκαίες παρεμβάσεις που δεν πρέπει να υποτιμώνται. Ωστόσο, η μεγάλη εικόνα παραμένει αντιφατική· από τις δεκάδες χιλιάδες απογραφείσες εγκαταστάσεις (οι ενεργές εκτιμώνται σε 40.000), μόνο ένα μέρος έχει περάσει τον πρώτο -απλούστερο- έλεγχο. Δηλαδή, βρισκόμαστε ακόμη σε φάση αποτύπωσης, όχι ουσιαστικών παρεμβάσεων.

Τούτου λεχθέντος, το μεγαλύτερο κενό εντοπίζεται αλλού: στις εκατοντάδες χιλιάδες πολυκατοικίες, αποθήκες και εργοστάσια. Στα κτίρια του 1960 και του 1970 όπου καθημερινά  φιλοξενούνται εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώποι (περίπου 7 στα 10 ιδιωτικά κτίρια έχουν κατασκευαστεί πριν από την πρώτη αναθεώρηση των αντισεισμικών κανονισμών, το 1985). Σε όσα χτίστηκαν πριν από τις σύγχρονες αντισεισμικές προδιαγραφές, για τα οποία δεν υφίσταται ούτε υποχρεωτικός έλεγχος ούτε οποιοδήποτε χρηματοδοτικό πρόγραμμα στατικής ενίσχυσης. Με άλλα λόγια, αν και γνωρίζουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι γερασμένο και επισφαλές, επιλέγουμε την αδράνεια.

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σχεδόν μισό αιώνα μετά το σεισμό του ’78, η πόλη μοιάζει να ζει υπό την ψευδαίσθηση ότι ο κίνδυνος έχει εξαλειφθεί. Η επιστήμη επιμένει για το αντίθετο: ενεργά ρήγματα βρίσκονται πολύ κοντά στον πολεοδομικό ιστό, το δε τοπικό ιστορικό μεγάλων σεισμών είναι πλούσιο. Η μακροχρόνια ηρεμία δεν συνιστά εκτόνωση. Αποτελεί -άγνωστης διάρκειας- μεσοδιάστημα, μέχρι το επόμενο χτύπημα.

Την ίδια στιγμή, οι ασκήσεις πολιτικής προστασίας παραμένουν περιορισμένες, η κουλτούρα ετοιμότητας είναι ασθενική και ο όποιος προβληματισμός συνήθως περιστρέφεται γύρω από τη σεισμική δραστηριότητα στο Άγιο Όρος. Παρήγορη είναι η υιοθέτηση μικτής ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών, με τις επιχειρήσεις και τα οχήματα να έχουν υπαχθεί στο σύστημα από το 2025. Όσον αφορά τις ιδιωτικές κατοικίες, το μόνο που σήμερα προβλέπεται είναι έκπτωση 10% στον ΕΝΦΙΑ, όμως η κυβέρνηση εξετάζει ανοιχτά την επέκταση της υποχρεωτικότητας στο μέλλον. Σε γενικές γραμμές, περιμένουμε το επόμενο προειδοποιητικό καμπανάκι για να ξαναθυμηθούμε το πρόβλημα και κατόπιν να επιστρέψουμε στη νιρβάνα μας.

Τα πράγματα είναι απλά. Κατά κανόνα, οι σεισμοί καταλήγουν σε τραγωδίες όταν συνδυάζονται με χρόνια απάθεια. Η εκατόμβη στη Βενεζουέλα είναι μια νέα υπενθύμιση αυτού του γεγονότος. Όχι επειδή η Θεσσαλονίκη είναι Καράκας, αλλά επειδή καμία πόλη δεν είναι πραγματικά ασφαλής όταν θεωρεί ότι έχει άνεση χρόνου. Στους σεισμούς, δεν υπάρχει ποτέ άνεση χρόνου.