Σε αναπτυξιακό εγκλωβισμό

Τα δημόσια έργα δεν αρκούν: η αστική αναγέννηση της Θεσσαλονίκης απαιτεί ιδιωτικές επενδύσεις και παραγωγή πλούτου.

Σε αναπτυξιακό εγκλωβισμό

Την περασμένη εβδομάδα, η στήλη σκιαγράφησε τον αναπτυξιακό εγκλωβισμό της Θεσσαλονίκης σε οράματα περασμένων δεκαετιών. Αφού κατέγραψε συνοπτικά όσα έργα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο υλοποίησης, έθεσε το ερώτημα αν αυτά θα οδηγήσουν σε βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Αρκετοί αναγνώστες εστίασαν στο πώς η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να σχετίζεται με αστική αναγέννηση.

Για να γίνει λοιπόν πιο κατανοητό το σκεπτικό του προηγούμενου κειμένου, θα αναφερθούμε σε ένα οικείο παράδειγμα: στην Εγνατία, στην αρχαία κεντρική λεωφόρο της πόλης. Στον άλλοτε κορυφαίο εμπορικό δρόμο, αυτή τη στιγμή εκτελούνται έργα ανάπλασης· στρώνεται νέο πεζοδρόμιο, εγκαθίστανται σύγχρονα φωτιστικά σώματα, διευρύνονται οι δενδροδόχοι, διαμορφώνονται ράμπες ΑμεΑ. Παρά τις όποιες -αναμενόμενες- κακοτεχνίες και σχεδιαστικά σφάλματα (πχ στη συμβολή με Π.Π. Γερμανού), οι διαβάτες θα περπατούν υπό πολύ καλύτερες συνθήκες. Αν προσθέσουμε τη λειτουργία του μετρό και την ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων κατά μήκος της, η Εγνατία θα έπρεπε να βιώνει ημέρες δόξας, και η στοά Κολόμβου να είναι πιο περιζήτητη από τη Μοδιάνο. Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι άλλη, όπως καλά γνωρίζουμε.

Δύο εικόνες κυρίως χαρακτηρίζουν σήμερα την πασίγνωστη λεωφόρο: οι κατά κανόνα παρατημένες όψεις των κτιρίων και τα πάμπολλα μικρά κλειστά μαγαζιά. Όσα είναι ανοιχτά συνήθως πωλούν φθηνά είδη, απευθυνόμενα σε καταναλωτές μικρών οικονομικών δυνατοτήτων. Παρόμοια είναι η κατάσταση στους ορόφους, ειδικά μετά την Αγίας Σοφίας: γραφεία μικρής ζήτησης, σε κτίρια ξεπερασμένων δυνατοτήτων σε σχέση με τις σημερινές ανάγκες.

Στην Εγνατία σπανίζουν οι εμπορικές αλυσίδες και γενικά οι μεγάλοι όμιλοι. Σε αντίθεση με την πολύβουη Τσιμισκή, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων είναι τοπικές, ενώ τα ανακαινισμένα ξενοδοχεία αποτελούν εξαίρεση.

Το φαινόμενο είναι ακόμη χειρότερο στους πλάγιους δρόμους, όμως δεν εξαντλείται στην Πυρίκαυστη Ζώνη. Σε γενικές γραμμές ακολουθούν το ίδιο μοτίβο η πλατεία Επταλόφου, ο πεζόδρομος της Καλαμαριάς, η Βασ. Όλγας, η Παπάφη, η Μοναστηρίου, η Καραολή-Δημητρίου στον Εύοσμο.

Σε όλες τις προαναφερθείσες αρτηρίες έχουν πραγματοποιηθεί ποικίλες επεμβάσεις την τελευταία 20ετία: από μικρές ανακατασκευές μέχρι μεγάλες αναπλάσεις. Το κράτος έχει δαπανήσει σημαντικά ποσά για να επιτύχει την αναζωογόνησή τους, όμως χωρίς μόνιμο αναπτυξιακό αποτύπωμα. Η εξήγηση είναι απλή: οι περιστασιακές εργολαβίες είναι μάταιες όταν δεν ακολουθούνται από αξιόλογες ιδιωτικές επενδύσεις. Χωρίς τις τελευταίες, ούτε ωραίες βιτρίνες υπάρχουν, ούτε περιποιημένες προσόψεις. Και δεδομένου ότι ελάχιστοι δρόμοι μπορούν να σηκώσουν υποκαταστήματα ξένων ή αθηναϊκών ομίλων, σημαντικό βάρος αναγκαστικά πέφτει στις τοπικές δυνάμεις. Αυτές είναι που λείπουν, και η δική τους έλλειψη καθορίζει την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, ας επαναλάβουμε το συμπέρασμα της 4ης Φεβρουαρίου: τα δημόσια έργα δεν αρκούν για να ξεκολλήσουν την πόλη από το σημερινό τέλμα. Η ανυπαρξία σοβαρής τοπικής ελίτ είναι απόρροια αυτού του γεγονότος.

Κλείνουμε με μια αναφορά στον προγραμματισμένο πλειστηριασμό εις βάρος μιας άλλοτε κραταιάς λέσχης. Το TheOpinion ανέδειξε το θέμα τον περασμένο Οκτώβριο, συσχετίζοντάς το με την αστική παρακμή. Πλέον είναι δευτερεύον το αν θα σωθεί το συγκεκριμένο σωματείο· ζητούμενο είναι να σωθούν όλα τα δοκιμαζόμενα πολιτιστικά και κοινωνικά σωματεία, χάρη στη γενναιοδωρία των μελών τους. Αλλιώς, δίχως εκ νέου υγιή παραγωγή πλούτου, ξεχάστε οριστικά την κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη.