Ουρές στα σύνορα: Xώρα που κλείνει τις πόρτες της όταν δεν πρέπει

Τα προβλήματα σε Κήπους και Ευζώνους εκθέτουν την Ελλάδα, πλήττουν τουρισμό και εμπόριο, και αποκαλύπτουν άλλες χρόνιες αδυναμίες του κράτους.

Ουρές στα σύνορα: Xώρα που κλείνει τις πόρτες της όταν δεν πρέπει
ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/EUROKINISSI

Λίγο πριν τη συνοριακή διάβαση Ευζώνων, εκεί όπου αρχίζουν να πληθαίνουν τα αυτοκίνητα με πινακίδες δυτικών Βαλκανίων και οι οικογένειες σταματούν για έναν τελευταίο καφέ πριν τα σύνορα, η κατάσταση είναι ασφυκτική. Ατελείωτες ουρές, εκνευρισμένοι οδηγοί φορτηγών και λεωφορείων, παιδιά μέσα στη ζέστη, τουρίστες που ξεκινούν άσχημα τις διακοπές τους.

Στους Κήπους αντίστοιχα, ταξιδιώτες προερχόμενοι από την Τουρκία (αρκετοί επιστρέφουν στη Βόρεια Ευρώπη μετά τις διακοπές τους) βλέπουν την Ελλάδα όχι ως πέρασμα, αλλά ως εμπόδιο σχεδόν τριτοκοσμικό. Για μία ακόμη φορά, αποκαλύπτεται μια γνώριμη ελληνική παθογένεια: η χώρα εξακολουθεί να αιφνιδιάζεται από γεγονότα που δεν θα έπρεπε να την αιφνιδιάζουν. Να θυμίσουμε ότι η εικόνα είναι κακή και στους -ούτως ή άλλως απαρχαιωμένους- συνοριακούς σταθμούς Νυμφαίας και Ορμενίου, παρά τη Σένγκεν.

Το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εισόδου-εξόδου με βιομετρικά στοιχεία για πολίτες τρίτων χωρών δεν προέκυψε ξαφνικά. Η εφαρμογή του είχε προαναγγελθεί: το νομικό πλαίσιο, οι προδιαγραφές και το χρονοδιάγραμμα του οργανισμού eu-LISA ήταν γνωστά και θεσμοθετημένα από το τέλος του 2017. Οι αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας επίσης.

Γνωστή ήταν και η κατάσταση των βορειοελλαδικών συνοριακών υποδομών το 2022, όταν επρόκειτο αρχικά να ξεκινήσει η λειτουργία: πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις, ανεπαρκείς χώροι ελέγχου, περιορισμένες δυνατότητες διαχείρισης μαζικής ροής οχημάτων, οριακή στελέχωση. Παρά ταύτα, φτάσαμε στην έναρξη της φετινής θερινής περιόδου για να διαπιστώσουμε ότι το σύστημα «σηκώνει» πολύ λιγότερο όγκο απ’ όσο απαιτεί η πραγματικότητα.

Ανακοινώθηκε μετάβαση υπηρεσιακών παραγόντων σε Ευζώνους και Κήπους  για αυτοψία. Είναι αργά. Το πρόβλημα ήδη συζητείται αρνητικά στις γειτονικές χώρες. Λογικό, διότι όταν βασικές πύλες οδικών μετακινήσεων από και προς την Ελλάδα παραλύουν,  δεν είναι μόνο εσωτερικό το πρόβλημα. Είναι γεωπολιτικό και βαθιά συμβολικό.

Ειδικά η Βόρεια Ελλάδα στηρίζεται σε τεράστιο βαθμό στον οδικό τουρισμό από τα Βαλκάνια και την Τουρκία· Χαλκιδική, Πιερία, Θράκη και ακτές της Ανατολικής Μακεδονίας ζουν κάθε καλοκαίρι από αυτή τη ροή ανθρώπων. Παράλληλα, από τα ίδια περάσματα κινούνται κρίσιμες εξαγωγικές δραστηριότητες: φορτηγά με φρέσκα οπωροκηπευτικά και με τρόφιμα ψυγείου που δεν επιτρέπεται να περιμένουν ατελείωτες ώρες σε μια ουρά, όπως και βυτία εξαγώμενων καυσίμων. Όταν μπλοκάρουν τα σύνορα, μπλοκάρει μαζί τους και ένα ολόκληρο οικονομικό οικοσύστημα.

Ομολογουμένως αποκαρδιωτική η ασυνεννοησία που εκπέμπει το ίδιο το κράτος. Από τη μία, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη επιμένει ότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί εφαρμόζονται απαρέγκλιτα, και οτι ελπιζει σε σταδιακη εξομαλυνση της καταστασης. Από την άλλη, πηγές του ΥΜΑΘ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής επιστροφής στο προηγούμενο σύστημα, τουλάχιστον σε ώρες αιχμής. Δύο διαφορετικές γραμμές, δύο διαφορετικά μηνύματα, την ώρα που η χώρα επιχειρεί να πείσει ότι αποτελεί σοβαρό κόμβο μεταφορών και υποδοχέα τουρισμού.

Εδώ εντοπίζεται το βαθύτερο πρόβλημα. Δεν εμφανιζόμαστε μόνο τεχνικά ανέτοιμοι. Εμφανιζόμαστε ανέτοιμοι ως νοοτροπία. Αντιμετωπίζουμε κάθε μεγάλη αλλαγή ως κάτι που «θα δούμε στην πορεία». Σαν να αρκούν οι αυτοσχεδιασμοί, οι έκτακτες συσκέψεις και οι μεταβατικές λύσεις για να καλυφθούν χρόνια αδικαιολόγητης αδράνειας. Δείχνουμε σοβαροφανείς , μα όχι σοβαροί.

Καλώς ή κακώς, τα σύνορα αποτελούν την πρώτη όψη μιας χώρας. Τις τελευταίες ημέρες, η Ελλάδα, μοιάζει να μπλοκάρει ακριβώς εκεί όπου θα έπρεπε να κινείται πιο γρήγορα.