Η νέα Αγορά Μοδιάνο, και ο ρόλος του κράτους στις ιδιωτικές επενδύσεις

Από την ανανεωμένη εικόνα του ιστορικού τοπόσημου της Θεσσαλονίκης στις δομικές παθογένειες που φρενάρουν τις ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα.

Η νέα Αγορά Μοδιάνο, και ο ρόλος του κράτους στις ιδιωτικές επενδύσεις

Την προηγούμενη εβδομάδα μας παρουσιάστηκε η τελευταία εκδοχή της Αγοράς Μοδιάνο. Από την ημέρα που άνοιξε τις πύλες της, συρρέουν εκεί ντόπιοι και ξένοι· άλλοι απλώς για να δουν την ανανεωμένη της εικόνα, και άλλοι για να ψωνίσουν ή να απολαύσουν όσες υπηρεσίες εστίασης προσφέρει.

Δυστυχώς, η μεγάλη προσέλευση κοινού δεν αποτελεί εχέγγυο επιτυχίας της προσπάθειας. Αμέσως μετά τη ριζική ανακαίνιση του κτιρίου οι επισκέπτες ήταν επίσης πολλοί για πολλούς μήνες, όμως η κατάληξη είναι γνωστή: ερήμωση και τελικά αναστολή λειτουργίας. Το αν θα στεφθεί από επιτυχία η καινούργια προσπάθεια δεν εξαρτάται τόσο από την ομορφιά και την αυθεντικότητα του χώρου, όσο από την αφθονία των αγαθών και τις τιμές τους. Περισσότερο εξαρτάται από το αν θα υποδέχεται καθημερινά αρκετούς Θεσσαλονικείς καταναλωτές. Θεωρητικά το μετρό θα έπρεπε να έχει επιδράσει θετικά στη λειτουργία της αγοράς, όμως αυτό δεν συνέβη. Άλλωστε δεν έχει ενισχυθεί από το μετρό ούτε το –πιο οικονομικά προσιτό– Καπάνι, όπου πραγματοποιήθηκαν μη ορατές παρεμβάσεις.

Όπως φαίνεται, οι κάτοικοι των νέων ζωνών κατοικίας προτιμούν να ψωνίζουν στη γειτονιά τους παρά στο ιστορικό κέντρο, άρα σε μεγάλο βαθμό η βιωσιμότητα αυτής της δραστηριότητας εξαρτάται από τους μονίμως διαμένοντες στη γύρω περιοχή. Δηλαδή από έναν πληθυσμό συρρικνωμένο, κυρίως εξαιτίας των Airbnb. Όσον αφορά τα εντός Μοδιάνο εστιατόρια και καφέ, αυτά καλούνται να ανταγωνιστούν τις καθιερωμένες πιάτσες, στα Λαδάδικα και στην Άθωνος.

Πάντως η αξιοποίηση του πολυχώρου έχει σαφώς βελτιωθεί, και αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στην οξύνοια των νέων επενδυτών. Οφείλεται και στην αλλαγή στάσης εκ μέρους υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού: επετράπη η εκτέλεση πιο δραστικών παρεμβάσεων, οι οποίες σίγουρα διευκόλυναν την αλλαγή φυσιογνωμίας του κτιρίου και την καλύτερη λειτουργικότητά του. Αυξήθηκε το ποσοστό κάλυψης για την εστίαση, ο χώρος πλέον κλιματίζεται ολόκληρος, τα καταστήματα δεν εγκλωβίζονται στα μικρά «μάτια» της πρωταρχικής σχεδίασης, ενώ επιτράπηκαν περισσότεροι αγωγοί εξαερισμού.

Άρα η προηγούμενη προσπάθεια θα ήταν ίσως πιο επιτυχής αν οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις είχαν εκτελεστεί εξ αρχής. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η διαφορετική στάση του κράτους μπορεί να κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία μίας ιδιωτικής επένδυσης. Το φαινόμενο τούτο είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο σε υποθέσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ή σε παραχωρήσεις εξορύξεων. Επίσης συνηθίζεται σε δημόσια έργα, κατά την εξέλιξη των οποίων υπογράφονται διαδοχικές συμπληρωματικές συμβάσεις. Το αποτέλεσμα; Αύξηση του κόστους για το Δημόσιο και των κερδών για τον εκάστοτε ανάδοχο. Είναι δε τόσο συχνό αυτό το φαινόμενο, ώστε εύλογα να συμπεραίνεται πως ορισμένοι εργολήπτες προεξοφλούν τις συμπληρωματικές συμβάσεις όταν καταθέτουν τις πρώτες -χαμηλές- προσφορές τους.

Αυτού του είδους οι παλινωδίες κρατικών υπηρεσιών γεννούν δυσπιστία και καλλιεργούν την πεποίθηση ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε ελεύθερη οικονομία, μα επίφαση της υπό στενό άνωθεν έλεγχο. Ότι έχουμε μία μορφή κορπορατισμού, χαμηλής μάλιστα κοινωνικής υπευθυνότητας σε σχέση με εκδοχές του στο εξωτερικό. Το εν λόγω φαινόμενο συχνά εξηγεί και γιατί οι αλλοδαποί επενδυτές εμφανίζονται απρόθυμοι να τοποθετηθούν σε μεγάλα ελληνικά projects, εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα ελκυστικά (π.χ. Ελληνικό).

Ως γνωστόν, η χώρα μας εξακολουθεί να πάσχει από έλλειψη ξένων παραγωγικών επενδύσεων και από αντίστοιχη μεταφορά τεχνογνωσίας. Μήπως η αδιαφάνεια στις διαδικασίες και η έλλειψη προβλεψιμότητας ευθύνονται για την κατάσταση αυτή; Μήπως ευθύνονται πολύ περισσότερο από την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης, τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού και την ακριβή ενέργεια;