Η κρατική αδράνεια, αναστολέας προσέλκυσης επενδύσεων

Πυλαία και Καλαμαριά μας δείχνουν πώς η βραδυπορεία των φορέων ακυρώνει επενδύσεις και υπονομεύει το μέλλον της ελληνικής περιφέρειας

Η κρατική αδράνεια, αναστολέας προσέλκυσης επενδύσεων

Οι εικόνες από τα ρεπορτάζ της Δήμητρας Τσάτσου σε επιλεγμένα σημεία της Θεσσαλονίκης ήταν αποκαλυπτικές. Στην Πυλαία και στην Καλαμαριά βλέπουμε ίσως τις δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις δήμων που αποτυγχάνουν να διαμορφώσουν στοιχειώδεις συνθήκες προσέλκυσης επενδύσεων. Στον πρώτο, επιχειρήσεις που θα ήθελαν να εγκατασταθούν αποθαρρύνονται από την μη εκτέλεση στοιχειωδών έργων. Στον δεύτερο, μια παραθαλάσσια ζώνη με προφανή αξία ως ζώνη κατοικίας και αναψυχής παραμένει υποβαθμισμένη, σχεδόν εγκαταλελειμμένη.

Κοινός παρονομαστής: η βραδεία ανταπόκριση διοικήσεων και υπηρεσιών και η πολιτικοποίηση ζητημάτων που απαιτούν τεχνικές λύσεις. Εν μέρει λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, εν μέρει λόγω έλλειψης σοβαρότητας και ρεαλισμού.

Η εικόνα είναι γνωστή, και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη σε όλη την Ελλάδα. Ωστόσο αντιπαράδειγμα υπάρχει, και είναι αρκετά διδακτικό. Ο Ε65 δεν είναι απλώς ένας αυτοκινητόδρομος. Είναι ένας καταλύτης. Θα αναδιαμορφώσει τον ορεινό τουρισμό της Ηπείρου και θα ενισχύσει όλες τις επιχειρήσεις του θεσσαλικού κάμπου. Γιατί; Επειδή υλοποιείται σε λογικό χρόνο, αφότου η Πολιτεία λειτούργησε ως επιταχυντής και όχι ως εμπόδιο.

Στη Θεσσαλονίκη και στην ΠΚΜ, αντίθετα, σωρεύουμε δυνατότητες που δεν ενεργοποιούνται· το πρόβλημα φυσικά δεν εξαντλείται στα ανατολικά της πόλης. Η σύνδεση σιδηροδρόμου και οδικού δικτύου με την Προβλήτα 6 του ΟΛΘ θα μπορούσε να αλλάξει το μοντέλο μεταφορών. Οι προαστιακές συνδέσεις και τα δορυφορικά πάρκινγκ θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός λειτουργικού μητροπολιτικού κέντρου με δορυφορικά χαρακτηριστικά. Η επιτάχυνση της ρυμοτόμησης στους Λαχανόκηπους θα άνοιγε χώρο για μεγάλες επενδύσεις σε γραφειακούς χώρους και κατοικίες. Το Καλοχώρι θα μπορούσε να λειτουργεί ως οργανωμένο βιομηχανικό πάρκο, ανακουφίζοντας την έλλειψη γης στη ΒΙΠΕΘ.

Η ποιότητα ζωής σε δυτικές συνοικίες θα ανέβαινε θεαματικά, μέσα από την αξιοποίηση των ανενεργών σιδηροδρομικών γραμμών για τη δρομολόγηση ΜΜΜ σταθερης τροχιας. Η σταθερή ακτοπλοϊκή σύνδεση με τις Σποράδες θα έφερνε περισσότερο τουρισμό από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, μα και διαπεριφερειακό εμπόριο. Μια υπερυψωμένη γραμμή που θα συνέδεε Μίκρα, αεροδρόμιο και αμαξοστάσιο μετρό θα εξυπηρετούσε εγκαίρως τις επεκτάσεις σχεδίου πόλεως Πυλαίας-Θέρμης, με ιδιαίτερα λογικό κόστος. Η εκποίηση των αμέτρητων σιδηροδρομικών υλικων στα Διαβατά θα εξυγίανε την περιοχή, αποδίδοντας έσοδα στα κρατικά ταμεία. Η απομάκρυνση της μάντρας του ΟΔΔΥ από την Πολίχνη θα ασκούσε ανάλογη ευεργετική επίδραση. Αντί λοιπόν να πετάμε, γκρινιάζουμε και περιμένουμε.

Αυτό που πρέπει λοιπόν να γίνει κατανοητό είναι το εξής: η αδράνεια του Δημοσίου δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Είναι αναπτυξιακό βαρίδι. Δυστυχώς, όταν η αγορά κινείται με ταχύτητα και το κράτος ανταποκρίνεται με βραδύτητα, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Οι ευκαιρίες χάνονται. Οι επενδύσεις μετακινούνται. Ο τόπος μένει πίσω, και έπειτα αναρωτιόμαστε γιατί η ανάπτυξη συγκεντρώνεται αλλού. Η απάντηση είναι απλούστατη: καθυστερούμε τόσο, που όταν τελικά κινούμαστε, οι εξελίξεις μας έχουν ήδη ξεπεράσει.

Για όλα τούτα, η ευθύνη είναι συγκεκριμένη και διεσπαρμένη. Βαραίνει υπηρεσίες και διοικήσεις σε όλα τα επίπεδα, που κατά κανόνα αρνούνται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις βάσει στρατηγικού σχεδιασμού, και περιορίζονται σε ξύλινες ανακοινώσεις. Αποτέλεσμα; Τοπική αναπτυξιακή στασιμότητα. Το ότι καταγράφονται βελτιώσεις έχει μικρή σημασία. Δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης με άλλες εποχές. Υπάρχει μόνο η σκληρή πραγματικότητα, και αυτή είναι πως η ανάπτυξη δεν περιμένει, δεν προσαρμόζεται στις βουλές του ελληνικού κράτους.

Αν το ελληνικό κράτος δεν αρχίσει να τρέχει σε υψηλότερες στροφές, θα παγιωθεί η υστέρηση, κυρίως η περιφερειακή. Και τότε δεν θα μιλάμε πια για κακοδαιμονίες. Θα μιλάμε για επιλογή.