Το βάρος και τελικά το στερεότυπο ενός γνωστού επωνύμου

Ας αναγνωρίζουμε το «προνόμιο» του επωνύμου όπου υπάρχει, αλλά να κρίνουμε τον άνθρωπο από όσα τελικά κάνει ο ίδιος με αυτό.

Το βάρος και τελικά το στερεότυπο ενός γνωστού επωνύμου

Ορισμένες ειδήσεις και κυρίως ο τρόπος που παρουσιάστηκαν τράβηξαν το ενδιαφέρον μου πριν από λίγες μέρες. Πριν από λίγο καιρό, ένα παιδί κλήθηκε στην Εθνική ομάδα μπάσκετ Κ16. Σε αρκετά δημοσιεύματα δεν ήταν απλώς ο Θανάσης Σπανούλης, αλλά «ο γιος του Βασίλη Σπανούλη». Τις ίδιες ημέρες μια νεαρή αθλήτρια κατέρριψε πανελλήνιο ρεκόρ στα 60 μέτρα με εμπόδια. Στους περισσότερους τίτλους δεν διαβάσαμε πρώτα το όνομά της, Δανάη-Θεοδώρα Μπακογιάννη, αλλά ότι «η κόρη του Κώστα Μπακογιάννη έσπασε το πανελλήνιο ρεκόρ».

Δεν υπάρχει κάτι ανακριβές σε αυτές τις διατυπώσεις. Η συγγένεια είναι πραγματική και, όταν ο γονέας είναι ένα ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο δημόσιο πρόσωπο, έχει και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Η παρουσίαση των συγκεκριμένων ειδήσεων, ωστόσο, με έκανε να αναρωτηθώ πότε η συγγένεια παύει να αποτελεί μία πληροφορία για έναν άνθρωπο και αρχίζει να γίνεται η ταυτότητά του;

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον αθλητισμό, αφού το ίδιο μοτίβο συναντάμε στην τέχνη, στις επιχειρήσεις, στην ακαδημαϊκή ζωή και, ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ιδίως στην Ελλάδα, στην πολιτική.

Πράγματι ένα γνωστό επώνυμο ίσως αποτελεί πλεονέκτημα. Μπορεί να προσφέρει αναγνωρισιμότητα, πρόσβαση σε ανθρώπους και δίκτυα, περισσότερες ευκαιρίες, ένα περιβάλλον γνώσης και εμπειρίας που άλλοι χρειάζεται να κατακτήσουν από το μηδέν. Στην πολιτική, ειδικά, η συζήτηση για την οικογενειοκρατία είναι απολύτως θεμιτή και ίσως αναγκαία. Αλλά εδώ χρειάζεται μια διάκριση που συχνά χάνεται: άλλο να αναγνωρίζεις το πλεονέκτημα και άλλο να προεξοφλείς την αναξιότητα.

Το γεγονός ότι κάποιος ξεκίνησε τη διαδρομή του με περισσότερες ευκαιρίες μπορεί να εξηγεί γιατί μια πόρτα άνοιξε ευκολότερα. Δεν αποδεικνύει ότι δεν άξιζε να περάσει από αυτήν. Πολύ περισσότερο, δεν αποδεικνύει ότι όσα πέτυχε στη συνέχεια οφείλονται αποκλειστικά στο όνομα που φέρει. Κι όμως, απέναντι στα παιδιά γνωστών ανθρώπων εφαρμόζουμε συχνά ένα αντεστραμμένο τεκμήριο, ενώ για έναν άνθρωπο χωρίς γνωστό επώνυμο, θεωρούμε κατά κανόνα ότι οι σπουδές του, η επαγγελματική του εξέλιξη, μια αθλητική διάκριση ή μια εκλογική επιτυχία είναι δικές του, μέχρι να έχουμε κάποιον λόγο να πιστεύουμε το αντίθετο.

Για τον γιο ή την κόρη ενός γνωστού προσώπου πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς «ο γιος» ή «η κόρη». Και κάπου εκεί μια απολύτως θεμιτή συζήτηση για τα προνόμια μπορεί να μετατραπεί σε στερεότυπο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ευνοηθεί από το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και ταυτόχρονα να είναι ικανός. Μπορεί να έχει ένα επώνυμο που του έδωσε αναγνωρισιμότητα και να έχει εργαστεί σκληρά. Όπως, βέβαια, μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο! Να μην έχει τις ικανότητες που του αποδίδονται και πράγματι να έχει ευνοηθεί δυσανάλογα από το όνομά του. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποφασίζεται εκ των προτέρων με βάση το επώνυμο. Πρέπει να το αποδεικνύει η διαδρομή τους.

Δεν χρειάζεται να αγνοήσουμε τη συγγένεια. Ούτε να προσποιηθούμε ότι όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Αρκεί να μη μετατρέπουμε την κριτική του προνομίου σε προκατάληψη απέναντι στο πρόσωπο. Γιατί υπάρχει τελικά κάτι παράδοξο στο να ζητάμε από έναν άνθρωπο να αποδείξει ότι αξίζει περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε με ένα επώνυμο που δεν επέλεξε.

Ας αναγνωρίζουμε το «προνόμιο» του επωνύμου όπου υπάρχει, αλλά να κρίνουμε τον άνθρωπο από όσα τελικά κάνει ο ίδιος με αυτό.

Υγ: Συγχαρητήρια, Θανάση Σπανούλη και Δανάη Μπακογιάννη!