Το μακρύτερο σημείωμα αυτοκτονίας του ΠΑΣΟΚ;
Όταν η στρατηγική ασάφεια υποκαθιστά το πρόγραμμα και η αποφυγή σύγκρουσης μετατρέπεται σε πολιτική αυτοϋπονόμευση
Η φράση «το μεγαλύτερο σημείωμα αυτοκτονίας στην ιστορία» αποδίδεται στο προεκλογικό μανιφέστο των Βρετανών Εργατικών το 1983, σε μια περίοδο όπου ο θατσερισμός είχε ήδη διαμορφώσει μια ηγεμονική ιδεολογική τάξη. Το πρόγραμμα εκείνο, με τις εκτεταμένες εθνικοποιήσεις, την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τον μονομερή πυρηνικό αφοπλισμό, οδήγησε στην πολιτική απομόνωση και συγκρούστηκε μετωπικά με τις κυρίαρχες κοινωνικές προτιμήσεις, καταλήγοντας σε μια βαριά εκλογική ήττα που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή για το Εργατικό κόμμα.
Στη σημερινή ελληνική περίπτωση, η αντιστοιχία δεν εντοπίζεται τόσο στο περιεχόμενο, όσο στη λειτουργία μιας επιλογής που απομακρύνεται από τις πραγματικές συνθήκες του πολιτικού ανταγωνισμού. Το ΠΑΣΟΚ μέσα από τις αποφάσεις του 4ου τακτικού συνεδρίου του, δείχνει πως μπορεί να αυτοκτονήσει ένα κόμμα και πέρα από το πρόγραμμά του. Καθώς βρέθηκε εκ των πραγμάτων στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εντούτοις στερείται εκείνης της πολιτικής σαφήνειας που θα του επέτρεπε να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική εξουσίας. Κι όμως, η κατάληξη μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επιβαρυντική, καθώς αυτή η τακτική ασάφεια δεν προστατεύει από το κόστος, αλλά το μεταθέτει και το συσσωρεύει.
Η προβολή της άρνησης συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία ως μοναδικού κεντρικού άξονα πολιτικής ταυτότητας αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την αδιέξοδη επιλογή. Όταν όμως αυτή η στάση δεν συνοδεύεται από μια συγκροτημένη πρόταση για το πώς μπορεί να προκύψει μια εναλλακτική κυβερνητική πλειοψηφία, μετατρέπεται σε πολιτική δήλωση χωρίς στρατηγικό βάθος. Το ίδιο ισχύει και για τη διακηρυγμένη επιδίωξη της νίκης «έστω και με μία ψήφο διαφορά», η οποία, αντί να λειτουργεί ως κινητοποιητικό σύνθημα, αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στον κούφιο βολονταρισμό η και τις ρεαλιστικές δυνατότητες ενός θεσμικού κόμματος με παράδοση εξουσίας.
Η πολιτική χωρίς πρόγραμμα
Η έμφαση στη μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία λειτουργεί ως ένα είδος αρνητικής συνοχής. Δημιουργεί μεν ένα σαφές όριο, αλλά δεν προσφέρει κάποιο περιεχόμενο. Έτσι χωρίς σαφείς προγραμματικές διαφοροποιήσεις, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται από το επίπεδο των πολιτικών επιλογών στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ κομμάτων ή πολύ περισσότερο σε έναν στείρο αντιμητσοτακισμό.
Η επιλογή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια αποφυγής της φθοράς που συνεπάγεται η συζήτηση γύρω από τη συμμετοχή στην εξουσία με το κυβερνών κόμμα. Ωστόσο, η αποφυγή αυτή έχει συνέπειες, επειδή όταν ένα κόμμα αποφεύγει να δείξει ρεαλιστικά πώς θα κυβερνήσει, οι ψηφοφόροι δυσκολεύονται να το φανταστούν σε αυτόν τον ρόλο. Η αξιοπιστία ως δύναμη διακυβέρνησης δεν οικοδομείται μέσω αρνήσεων, αλλά μέσω συγκεκριμένων προτάσεων και σαφών προτεραιοτήτων, που τίθενται και προεκλογικά, για να αξιολογηθούν στην κάλπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά σε εκλογική νίκη, ακόμη και οριακή, αποκτά μια σχεδόν συμβολική διάσταση που δεν στηρίζεται σε αντίστοιχη στρατηγική επεξεργασία. Η πολιτική δεν είναι άθροισμα προθέσεων, αλλά αποτέλεσμα συσχετισμών. Όταν αυτοί οι συσχετισμοί δεν διαμορφώνονται ενεργά, η επίκληση της νίκης κινδυνεύει να λειτουργήσει ως υποκατάστατο στρατηγικής.
Ένα αντισυστημικό περιβάλλον χωρίς ηγεμονία
Το σημερινό πολιτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έντονη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα και αυξημένη διάθεση αμφισβήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, δυνάμεις που εκφράζουν πιο άμεσο και συγκρουσιακό λόγο αποκτούν προβάδισμα. Η ύπαρξη πολλαπλών εκφράσεων στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης αντιπολίτευσης εντείνει τον ανταγωνισμό και καθιστά αναγκαία τη σαφή οριοθέτηση.
Το ΠΑΣΟΚ, επιλέγοντας να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην αντιπαράθεση με τη Νέα Δημοκρατία, αφήνει ανοιχτό το πεδίο απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις. Η απουσία σύγκρισης και ουσιαστικής σύγκρουσης επιτρέπει στους ανταγωνιστές του να διαμορφώνουν την ατζέντα και να προσελκύουν εκείνο το τμήμα του εκλογικού σώματος που αναζητά πιο έντονες ή πιο καθαρές απαντήσεις στο αντιπολιτευτικό αφήγημα.
Παράλληλα, η ρητορική έντασης απέναντι στην κυβέρνηση συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός κλίματος γενικευμένης αμφισβήτησης. Ωστόσο, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυναμική, καθώς η συστημική του ταυτότητα το καθιστά λιγότερο πειστικό ως φορέα ριζικής αλλαγής. Έτσι, ενισχύει ένα περιβάλλον στο οποίο άλλοι δρουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Η αντίφαση αυτή γίνεται πιο έντονη όταν συνδυάζεται με την ανεδαφική φιλοδοξία εκλογικής νίκης. Χωρίς σαφή ηγεμονία στον χώρο του, χωρίς καθαρές διαχωριστικές γραμμές και χωρίς ισχυρό προγραμματικό στίγμα, η επίκληση της πρωτιάς αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής υπερέκτασης που δεν στηρίζεται σε αντίστοιχη κοινωνική δυναμική.
Η στρατηγική της αποφυγής και τα όριά της
Η επιλογή της αποφυγής συγκρούσεων με τους άμεσους ανταγωνιστές μπορεί να ερμηνευθεί ως απόρροια της εμπειρίας της προηγούμενης δεκαετίας. Η έντονη αντιπαράθεση με δυνάμεις που εξέφραζαν την αντισυστημική οργή είχε τότε υψηλό πολιτικό κόστος. Η αποφυγή επανάληψης αυτής της εμπειρίας οδηγεί σε μια πιο προσεκτική στάση.
Παράλληλα, φαίνεται να υπάρχει η εκτίμηση ότι οι ανταγωνιστικές δυνάμεις θα αποδυναμωθούν, επιτρέποντας στο ΠΑΣΟΚ να αναδειχθεί ως βασικός εκφραστής του χώρου. Μια τέτοια προσέγγιση βασίζεται σε μια λογική αναμονής, η οποία όμως προϋποθέτει σταθερότητα στο πολιτικό περιβάλλον και χρόνο που δεν είναι δεδομένος.
Η απουσία ενεργής διαμόρφωσης του πολιτικού πεδίου αφήνει χώρο σε άλλους να καθορίσουν τους όρους της αντιπαράθεσης, είτε αυτή είναι η κυβέρνηση, είτε η ριζοσπαστική αντιπολίτευση. Ταυτόχρονα, η έλλειψη σαφούς προγραμματικής πρότασης δυσκολεύει τη συγκρότηση σταθερής εκλογικής βάσης. Με αποτέλεσμα η στρατηγική της αποφυγής να καταλήγει έτσι να περιορίζει τις δυνατότητες πραγματικής διεύρυνσης του πολιτικού ακροατηρίου.
Επομένως η επιδίωξη της νίκης «έστω και με μία ψήφο διαφορά», όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη οικοδόμηση κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη στρατηγικής αδυναμίας παρά ως στοιχείο δυναμικής. Η πολιτική φιλοδοξία αποσυνδέεται από τα μέσα που θα μπορούσαν να την καταστήσουν εφικτή.
Μια σιωπηλή μορφή αυτοϋπονόμευσης
Η αναλογία με εκείνη την ιστορική περίπτωση αποκτά νόημα μέσα από τη σύγκριση των αποτελεσμάτων και όχι των αιτίων. Τότε, η αποτυχία προέκυψε από την υπερβολή, σε ένα αυστηρά δικομματικό πλαίσιο. Σήμερα, προκύπτει χειρότερα, από την ασάφεια και την αποφυγή σε ένα σχήμα κατακερματισμού απέναντι σε ένα κυρίαρχο κόμμα. Και στις δύο περιπτώσεις, η απόσταση από τις πραγματικές συνθήκες του πολιτικού ανταγωνισμού μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Το πιο επικίνδυνο για το ΠΑΣΟΚ είναι πως αυτή η αυτοϋπονόμευση δεν εκδηλώνεται με θεαματικό τρόπο, αλλά αντιθέτως εξελίσσεται σταδιακά, μέσα από τη συσσώρευση επιλογών που περιορίζουν την ικανότητα του κόμματος να πείσει και να διευρύνει την επιρροή του. Η μετατροπή της τακτικής σε υποκατάστατο στρατηγικής και η απουσία σαφούς προγραμματικής αιχμής δημιουργούν ένα περιβάλλον στασιμότητας, παρά τη διαρκή συζήτηση για τις συμμαχίες ή την διεύρυνση στελεχών που καταλήγει σε περιπτωσιολογία ατομικών επιλογών, χωρίς κοινωνική απεύθυνση.
Το ερώτημα που τίθεται για το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ακριβώς στον κεντρικό ρόλο του στο πολιτικό σύστημα, με την αποποίηση της ευθύνης και την αποποίηση της μόνης ρεαλιστικής κυβερνητικής του προοπτικής να το κρατά εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο μικρότερο από τις όποιες φιλοδοξίες της ηγεσίας του.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί μέσω αρνήσεων ή συμβολικών στόχων. Απαιτεί σαφήνεια, προγραμματική επεξεργασία και τη βούληση για συναίνεση εκεί όπου αυτή κρίνεται ως αναγκαία. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η πολιτική φιλοδοξία κινδυνεύει να παραμείνει διακηρυκτική, ενώ η πολιτική πραγματικότητα θα συνεχίσει να διαμορφώνεται από άλλους.