Τι λένε οι δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση που ακόμα δεν πάνε κάπου;

Τι αποκαλύπτουν οι πρώην ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας για τη νέα κοινωνική γεωγραφία της πολιτικής

Τι λένε οι δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση που ακόμα δεν πάνε κάπου;
Εικόνα: Motionteam

Η δημοσκοπική κουβέντα στην Ελλάδα συχνά περιστρέφεται γύρω από το ποσοστό ενός κόμματος και λιγότερο γύρω από τη σύνθεση και τα συναισθήματα των ψηφοφόρων του. Ωστόσο τα ποιοτικά δεδομένα μιας έρευνας έχουν συχνά μεγαλύτερη ερμηνευτική αξία από μια απλή μέτρηση πρόθεσης ψήφου. Στην πρόσφατη δημοσκοπική καταγραφή των πολιτών που είχαν ψηφίσει τη Νέα Δημοκρατία το 2023 και σήμερα απομακρύνονται, οι λόγοι της απομάκρυνσης φωτίζουν μια πολιτική μεταβολή που εξελίσσεται εδώ και χρόνια.

Οι απαντήσεις συγκεντρώνονται σε τρεις κυρίως κατηγορίες, στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης που εμφανίζεται πρώτη, ενώ ακολουθεί η διαφωνία με συγκεκριμένες κυβερνητικές πολιτικές και στη συνέχεια η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου. Η ιδεολογική απόσταση και η αθέτηση δεσμεύσεων βρίσκονται πολύ χαμηλότερα. Από μόνα τους τα ποσοστά αυτά αποκαλύπτουν ότι οι ψηφοφόροι δεν αποχωρούν επειδή θεωρούν πως ανήκουν πλέον σε άλλη παράταξη. Αποχωρούν επειδή η καθημερινότητά τους δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχαν επενδύσει.

Αν κανείς επιχειρήσει να περιγράψει αυτή την κατηγορία πολιτών, διαπιστώνει ότι πρόκειται για τον πυρήνα της εκλογικής πλειοψηφίας του 2023. Δεν είναι οι πιο φτωχοί ούτε οι πιο εύποροι. Είναι το τμήμα της μεσαίας τάξης που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, που επιβαρύνεται άμεσα από τον πληθωρισμό, που διαθέτει δάνειο ή πληρώνει υψηλό ενοίκιο, και που επιθυμεί σταθερότητα περισσότερο από αναδιανομή. Η ψήφος του δεν αποτελεί έκφραση ιδεολογικής ταύτισης αλλά αξιολόγηση αποτελεσματικότητας. Όταν η αποτελεσματικότητα αμφισβητείται, η ψήφος δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αντιπολίτευση. Μετατρέπεται σε αναμονή.

Αυτός είναι ο λόγος που η φθορά της Νέας Δημοκρατίας δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη ενίσχυση κάποιου άλλου κόμματος. Οι δυσαρεστημένοι δεν συγκροτούν νέο στρατόπεδο. Απλώς παύουν να αποτελούν βέβαιους υποστηρικτές. Και η τελική συμπεριφορά αυτής ακριβώς της ομάδας θα είναι και καθοριστική για το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών.

Η γεωγραφία της δυσαρέσκειας

Για να κατανοηθεί η σημασία του φαινομένου πρέπει να τοποθετηθεί στη γεωγραφική κατανομή της ψήφου. Στις εκλογές του 2023 η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στους μεσαίους και εύπορους τομείς της Αττικής, ενώ σε αρκετές αγροτικές περιοχές κινήθηκε χαμηλότερα. Η εικόνα αυτή αντιστρέφει την παραδοσιακή πολιτική γεωγραφία της Μεταπολίτευσης, όπου η Δεξιά ήταν ισχυρότερη στην επαρχία και πιο αδύναμη στο μητροπολιτικό κέντρο.

Η αντιστροφή εξηγείται ακριβώς και από το προφίλ των σημερινών δυσαρεστημένων ψηφοφόρων. Στη μητρόπολη συγκεντρώνεται η κατηγορία που αξιολογεί κυρίως την οικονομική σταθερότητα. Εκεί η ψήφος δόθηκε επειδή η κυβέρνηση θεωρήθηκε ικανή να αποτρέψει μια νέα περίοδο κρίσης. Όταν αυξάνονται οι πιέσεις στο κόστος ζωής, η ίδια κατηγορία δεν εγκαταλείπει οριστικά την επιλογή της αλλά παγώνει την εμπιστοσύνη της. Αντίθετα στην περιφέρεια, όπου οι εισοδηματικές μεταβολές επηρεάζουν πιο άμεσα την επιβίωση, η αντίδραση παίρνει συχνότερα τη μορφή τιμωρητικής ψήφου.

Η μεταβολή αυτή αποτυπώθηκε στις ευρωεκλογές του 2024. Το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας μειώθηκε σημαντικά, όμως η μείωση κατανέμεται σε αποχή, μικρότερα κόμματα και περιορισμένες μετακινήσεις προς το κέντρο. Και η αναλογία Αττικής- Επαρχίας φαίνεται να παραμένει η ίδια. Η σημερινή δημοσκοπική εικόνα αντανακλά ακόμα το τότε εκλογικό αποτέλεσμα. Οι ίδιοι πολίτες που δηλώνουν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε είναι εκείνοι που επέλεξαν να μη δώσουν ψήφο διαμαρτυρίας σε συγκεκριμένο αντίπαλο αλλά να αποστασιοποιηθούν.

Έτσι η γεωγραφία της δυσαρέσκειας δεν ακολουθεί μόνο τον παλιό άξονα πόλη εναντίον επαρχίας. Ακολουθεί και τον άξονα ενσωμάτωσης στην οικονομία. Όσο περισσότερο κάποιος αισθάνεται ότι εξαρτάται από τη συνολική πορεία της οικονομίας, τόσο πιθανότερο είναι να παραμένει σε κατάσταση αναμονής αντί να μετακινείται.

Η κεντρώα διακυβέρνηση και η δεξιά ταυτότητα

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει και η πολιτική φυσιογνωμία της κυβέρνησης. Η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει σαφές κεντρώο προφίλ. Δίνει έμφαση σε θεσμικό εκσυγχρονισμό, ψηφιακό κράτος, διεθνή αξιοπιστία και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Το προφίλ αυτό διευρύνει την απήχηση στη μητροπολιτική μεσαία τάξη, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί απόσταση με ένα τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης.

Η συζήτηση που ανοίγουν κατά διαστήματα στελέχη όπως ο Αντώνης Σαμαράς, με πιο αιχμηρή κριτική, ή ο Κώστας Καραμανλής, με πιο προσεκτικές επισημάνσεις, αντανακλά ακριβώς αυτό το αίσθημα. Δεν αφορά μόνο ιδεολογικά ζητήματα αλλά τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παράταξης. Για τους ψηφοφόρους που αντιλαμβάνονται τη Δεξιά κυρίως ως πολιτισμική ταυτότητα, επιλογές όπως ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών ή η πιο θεσμική προσέγγιση στα ελληνοτουρκικά δημιουργούν αίσθηση αποξένωσης. Οι ίδιοι ψηφοφόροι δεν μετατρέπονται σε κεντροαριστερούς. Εκφράζουν δυσαρέσκεια κυρίως μέσω μικρότερων δεξιότερων σχηματισμών.

Παράλληλα, ζητήματα θεσμικής αξιοπιστίας όπως η διαχείριση του δυστυχήματος των Τεμπών ή διοικητικές υποθέσεις του κράτους επηρεάζουν περισσότερο το τμήμα της κοινωνίας που στήριξε την κυβέρνηση για την υπόσχεση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας. Εκεί η αντίδραση δεν είναι ιδεολογική αλλά αξιολογική. Ο ψηφοφόρος που επένδυσε στην ικανότητα του κράτους να λειτουργεί αποσύρει την εμπιστοσύνη του έως ότου πειστεί ότι η λειτουργία αποκαθίσταται.

Έτσι δημιουργούνται δύο διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας. Η πρώτη είναι αξιακή και κινείται δεξιότερα. Η δεύτερη είναι λειτουργική και κινείται προς την αναμονή. Η συνύπαρξη αυτών των δύο τάσεων εξηγεί γιατί η φθορά εμφανίζεται σημαντική αλλά κατακερματισμένη.

Οικονομία, κοινωνία και προσδοκίες

Η οικονομική διάσταση παραμένει η σημαντικότερη. Η έρευνα δείχνει ότι η επιδείνωση της προσωπικής κατάστασης αποτελεί τον κύριο λόγο απομάκρυνσης. Η κατηγορία αυτή δεν επιθυμεί ανατροπή της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας. Επιθυμεί βελτίωση της καθημερινότητας. Στο μέτρο που η οικονομική πολιτική επιφέρει ανακούφιση, η επιστροφή είναι πιθανή. Στο μέτρο που η πίεση παραμένει, η απόσταση διατηρείται.

Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία από περιόδους έντονης αντιπολιτευτικής κινητοποίησης. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν συγκεντρώνεται γύρω από μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Κατανέμεται ανάλογα με το τι ενοχλεί περισσότερο κάθε ψηφοφόρο. Άλλος δίνει έμφαση στην ακρίβεια, άλλος σε ζητήματα αξιών, άλλος στην αποτελεσματικότητα του κράτους. Καμία από αυτές τις επιμέρους αντιδράσεις δεν αρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει πλειοψηφικό ρεύμα.

Η πολιτική συνέπεια είναι ότι το εκλογικό σώμα παραμένει ρευστό χωρίς να γίνεται ασταθές. Οι ψηφοφόροι δεν αποδεσμεύονται πλήρως από την επιλογή τους αλλά τη θέτουν υπό αίρεση. Η συμπεριφορά αυτή αποτυπώθηκε στις ευρωεκλογές και επαναλαμβάνεται στις δημοσκοπικές απαντήσεις.

Η απόσταση που δεν γίνεται ρήξη

Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας πλειοψηφίας υπό όρους. Η Νέα Δημοκρατία συγκρότησε την εκλογική της δύναμη σε ένα κοινωνικό στρώμα που ζητά σταθερότητα και λειτουργικό κράτος. Όταν οι προσδοκίες αυτές διαψεύδονται, η υποστήριξη δεν μετατρέπεται σε εχθρότητα αλλά σε αναστολή. Οι δυσαρεστημένοι παραμένουν πολιτικά κοντά αλλά εκλογικά αποστασιοποιημένοι.

Η γεωγραφική υπεροχή στην Αττική, η πολυδιάσπαση της ψήφου στις ευρωεκλογές και οι αιτίες δυσαρέσκειας της έρευνας αποτελούν εκφράσεις του ίδιου φαινομένου. Η πολιτική αντιπαράθεση μετακινείται από την ιδεολογική ένταξη στην αξιολόγηση αποτελέσματος. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η κυβερνητική φθορά δεν αρκεί από μόνη της για αλλαγή εξουσίας, ενώ η αποκατάσταση εμπιστοσύνης μπορεί να επαναφέρει σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων. Οι δυσαρεστημένοι της Νέας Δημοκρατίας δεν συνιστούν αντιπολιτευτική συμμαχία. Συνιστούν ένα εκλογικό ακροατήριο που αναζητά επιβεβαίωση ότι η επιλογή του παραμένει η ασφαλέστερη. Από την απάντηση σε αυτή την προσδοκία θα εξαρτηθεί και η επόμενη φάση της ελληνικής πολιτικής.