Τα ΕΛΤΑ ανάμεσα στην παρουσία και την ανάγκη: γιατί η μεταρρύθμιση είναι ο μονόδρομος

Η Ελλάδα χρειάζεται τα ΕΛΤΑ, όχι όμως όπως τα θυμόμαστε, αλλά όπως τα απαιτεί η εποχή. Ένα ταχυδρομείο που θα αξιοποιεί την τεχνολογία, θα διασφαλίζει την παρουσία του κράτους στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας, αλλά χωρίς να βυθίζεται στα ελλείμματα.

Τα ΕΛΤΑ ανάμεσα στην παρουσία και την ανάγκη: γιατί η μεταρρύθμιση είναι ο μονόδρομος
(ΓΙΕΝΑΝΤΑ/ΝΤΕΛΑΪ/EUROKINISSI)

Η ανακοίνωση των Ελληνικών Ταχυδρομείων για το κλείσιμο 204 υποκαταστημάτων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, κυρίως σε συνοικίες των μεγάλων πόλεων, σε μικρές πόλεις, σε νησιά και ορεινά χωριά, όπου το ταχυδρομείο δεν είναι απλώς ένα σημείο συναλλαγών αλλά ένας θεσμός με κοινωνική και συναισθηματική βαρύτητα. Για πολλούς κατοίκους, ειδικά ηλικιωμένους, αποτελεί έναν από τους ελάχιστους δεσμούς τους με το κράτος. Ωστόσο, η πραγματικότητα των αριθμών είναι αμείλικτη: τα συγκεκριμένα καταστήματα συνεισφέρουν λιγότερο από το 10% των συνολικών εσόδων του οργανισμού, ενώ απορροφούν πάνω από το 50% του λειτουργικού κόστους. Το 2024, τα ΕΛΤΑ εμφάνισαν κύκλο εργασιών περίπου 249 εκατομμυρίων ευρώ, με ζημίες μετά φόρων που παρά τη μείωση κατά 20% σε σχέση με το 2023 ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια, ενώ οι συσσωρευμένες ζημίες της τελευταίας δεκαετίας πλησιάζουν τα 200 εκατομμύρια ευρώ. Η συνέχιση αυτού του μοντέλου δεν είναι απλώς δυσλειτουργική, αλλά οικονομικά αδύνατη.

Η γεωγραφία της Ελλάδας κάνει την πρόκληση ακόμη μεγαλύτερη. Μια χώρα με δεκάδες κατοικημένα νησιά, με ορεινούς όγκους, μικρούς οικισμούς και δυσπρόσιτες κοινότητες έχει αντικειμενικά αυξημένο κόστος παροχής καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών. Η μεταφορά δεμάτων ή η παράδοση συντάξεων σε απομονωμένα χωριά της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας ή σε νησιά χωρίς τακτική ακτοπλοϊκή σύνδεση κοστίζει πολλαπλάσια σε σχέση με τον όγκο εργασιών που παράγεται εκεί. Τα ΕΛΤΑ λειτουργούν έτσι ταυτόχρονα ως επιχείρηση και ως κοινωνική υπηρεσία, αλλά χωρίς την κρατική επιδότηση που θα απαιτούσε ο δεύτερος ρόλος, ούτε την επιχειρησιακή ευελιξία που θα επέτρεπε ο πρώτος.

Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Τα ΕΛΤΑ σχεδιάστηκαν για μια εποχή όπου το ταχυδρομείο ήταν το βασικό μέσο επικοινωνίας και συναλλαγής με το κράτος. Σήμερα, οι επιστολές και οι λογαριασμοί έχουν αντικατασταθεί από email και ηλεκτρονικές πληρωμές. Ο μέσος Έλληνας στέλνει ελάχιστες επιστολές τον χρόνο, ενώ το 80% των συναλλαγών με το Δημόσιο γίνεται ψηφιακά. Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές εταιρείες ταχυμεταφορών έχουν κατακτήσει σχεδόν όλη την αγορά των δεμάτων, εκεί όπου βρίσκεται η μόνη πραγματικά αναπτυσσόμενη δραστηριότητα καθώς τα ΕΛΤΑ καθυστέρησαν δραματικά στο να μπουν σε αυτή την αγορά αποτελεσματικά. Η παραδοσιακή αλληλογραφία αποφέρει σήμερα λιγότερο από το 40% των εσόδων του οργανισμού, ενώ οι δομές και το ανθρώπινο δυναμικό παραμένουν σχεδιασμένα για τον 20ό αιώνα.

Η μεταρρύθμιση, επομένως, δεν είναι μια στεγνή «λογιστική» επιλογή, αλλά μια προσαρμογή στην εποχή της ψηφιακής οικονομίας και του ηλεκτρονικού εμπορίου. Η επιβίωση των ΕΛΤΑ περνά μέσα από τη μετάβασή τους σε ένα νέο μοντέλο που θα συνδυάζει εξορθολογισμό κόστους και καινοτόμες υπηρεσίες. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη των πολιτών των απομακρυσμένων περιοχών, αλλά απαιτεί τον επανασχεδιασμό του τρόπου εξυπηρέτησης.

Οι εναλλακτικοί τρόποι μπορούν να είναι πολλοί και ρεαλιστικοί. Πρώτον, η δημιουργία κινητών ταχυδρομικών μονάδων, με οχήματα που θα επισκέπτονται με σταθερό δρομολόγιο τα χωριά και τις κοινότητες, ήδη εφαρμόζεται με θετικά αποτελέσματα σε περιοχές όπου δεν υπήρχε υποκατάστημα. Δεύτερον, η ανάπτυξη συνεργασιών με ΚΕΠ, δημοτικά καταστήματα ή ακόμη και τοπικά παντοπωλεία θα μπορούσε να εξασφαλίσει βασικές υπηρεσίες χωρίς την ανάγκη διατήρησης ξεχωριστού ταχυδρομικού υποκαταστήματος. Τρίτον, η ενίσχυση της ψηφιακής παρουσίας των ΕΛΤΑ με πιο φιλική πλατφόρμα για παρακολούθηση δεμάτων, ηλεκτρονική πληρωμή λογαριασμών και έκδοση ταχυδρομικών προϊόντων εξ αποστάσεως, είναι απολύτως αναγκαία. Τέλος, μπορεί να εξεταστεί η δυνατότητα κατ’ οίκον εξυπηρέτησης ευάλωτων πολιτών, ιδίως ηλικιωμένων, μέσα από ειδικά προγράμματα σε συνεργασία με τους δήμους και τοπικές κοινωνικές δομές.

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι τέτοια μοντέλα όχι μόνο λειτουργούν, αλλά συχνά βελτιώνουν την πρόσβαση των πολιτών. Στη Φινλανδία και τη Σουηδία, για παράδειγμα, τα τοπικά ταχυδρομεία ενσωματώθηκαν σε σούπερ μάρκετ ή συνεργατικά καταστήματα, με αποτέλεσμα μεγαλύτερο ωράριο και χαμηλότερο κόστος. Στην Πορτογαλία, οι κινητές μονάδες εξυπηρετούν δεκάδες ορεινά χωριά, ενώ στη Γαλλία ο ταχυδρόμος παρέχει και κοινωνικές υπηρεσίες, όπως έλεγχο ευπαθών ηλικιωμένων. Αυτές οι πρακτικές μπορούν να προσαρμοστούν στα ελληνικά δεδομένα, με σεβασμό στη νησιωτικότητα και την ορεινότητα.

Η επιτυχία όμως μιας τέτοιας στρατηγικής προϋποθέτει πολιτικό θάρρος και θεσμική συνέπεια. Δεν είναι μυστικό ότι οι αποφάσεις για κλείσιμο καταστημάτων συναντούν ισχυρή πίεση από τοπικούς πολιτικούς παράγοντες και βουλευτές, οι οποίοι συχνά προβάλλουν αιτήματα με καθαρά τοπικά κριτήρια: να μη χαθεί το υποκατάστημα της περιοχής, να μη μετακινηθεί ένας εργαζόμενος, να ικανοποιηθεί μια εκλογική βάση. Όμως αυτή η προσέγγιση, όσο εύλογη κι αν φαίνεται, δεν οδηγεί σε μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Ένας δημόσιος οργανισμός με εθνική εμβέλεια δεν μπορεί να λειτουργεί ως δίκτυο μικροπολιτικών εξυπηρετήσεων, καθώς χρειάζεται στρατηγικό σχεδιασμό με βάση τη ζήτηση, την τεχνολογική εξέλιξη και την κοινωνική συνοχή.

Η αναδιάρθρωση των ΕΛΤΑ είναι, με άλλα λόγια, ένα στοίχημα εξορθολογισμού με το απαραίτητο κοινωνικό ενδιαφέρον. Το ζητούμενο δεν είναι να μειωθεί απλώς ο αριθμός των καταστημάτων, αλλά να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το ταχυδρομείο. Οι εξοικονομήσεις πόρων μπορούν να κατευθυνθούν σε τομείς με δυναμική ανάπτυξης, όπως οι υπηρεσίες logistics, η συνεργασία με εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου, η δημιουργία έξυπνων θυρίδων παράδοσης (parcel lockers) και η ανάπτυξη ψηφιακών προϊόντων. Μόνο έτσι ο οργανισμός θα πάψει να επιβιώνει από επιδοτήσεις και θα ξαναγίνει ανταγωνιστικός.

Η Ελλάδα χρειάζεται τα ΕΛΤΑ, όχι όμως όπως τα θυμόμαστε, αλλά όπως τα απαιτεί η εποχή. Ένα ταχυδρομείο που θα αξιοποιεί την τεχνολογία, θα διασφαλίζει την παρουσία του κράτους στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας, αλλά χωρίς να βυθίζεται στα ελλείμματα. Αν η μεταρρύθμιση γίνει με σχέδιο, κοινωνική πρόνοια και ρεαλισμό, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία μπορούν να μετατραπούν από παράδειγμα παρακμής σε σύμβολο ανανέωσης. Η εξοικονόμηση κόστους δεν σημαίνει απομάκρυνση, σημαίνει μετάβαση. Και αυτή τη φορά, είναι μια μετάβαση που πρέπει να γίνει συνδυάζοντας αποτελεσματικότητα και ευαισθησία.