Σαμαράς και επιστροφή Σαμουήλ στη Βουλγαρία: Μια κριτική μπούμερανγκ
Η επίθεση του πρώην πρωθυπουργού προσκρούει στις δικές του επιλογές και αποκαλύπτει τα όρια μιας ολοένα πιο προσωπικής αντιπολίτευσης γραμμής
Η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά για την επιστροφή των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία επιχείρησε να μετατρέψει μια συμφωνία πολιτιστικής διπλωματίας σε ακόμη ένα κεφάλαιο «εθνικής υποχώρησης» της κυβέρνησης. Ο πρώην πρωθυπουργός συνέδεσε μάλιστα την υπόθεση με τη Βόρεια Μακεδονία και τη Συμφωνία των Πρεσπών, μιλώντας για «διπλό χτύπημα» και καταλήγοντας στη βαρύγδουπη διαπίστωση ότι η Ελλάδα «σαλπίζει υποχώρηση με πανηγυρισμούς».
Η ένταση των λέξεων, ωστόσο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα πραγματικά γεγονότα. Και τα γεγονότα δημιουργούν ένα σοβαρό πρόβλημα στην επιχειρηματολογία του. Διότι η ανταλλαγή που σήμερα παρουσιάζεται περίπου ως πράξη εθνικής μειοδοσίας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά επί Κυριάκου Μητσοτάκη. Αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επί της κυβέρνησης του ίδιου του Αντώνη Σαμαρά, με τη βασική αρχή να είναι ακριβώς η ίδια: επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ στη Βουλγαρία έναντι επαναπατρισμού ελληνικών εκκλησιαστικών και βυζαντινών κειμηλίων.
Επομένως, η ουσιαστική συζήτηση μπορεί να αφορά το ύψος του ανταλλάγματος και τη διαπραγματευτική τακτική. Πολύ δυσκολότερα μπορεί να αφορά κάποια θεμελιώδη εθνική παραχώρηση που υποτίθεται ότι ανακάλυψε μόλις τώρα ο πρώην πρωθυπουργός.
Η συμφωνία που είχε αρχίσει επί Σαμαρά
Το ιστορικό είναι αρκετά αποκαλυπτικό. Η οργανωμένη επαναφορά του ζητήματος έγινε ήδη από το 2012, όταν την πολιτική ευθύνη για τον Πολιτισμό είχε ο Κώστας Τζαβάρας. Ο ίδιος αποκάλυψε πρόσφατα ότι, κατόπιν εντολής του τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, είχε ξεκινήσει η διερεύνηση της δυνατότητας επιστροφής των κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί το 1917 από την Εικοσιφοίνισσα και τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών, με την ελληνική πλευρά να χρησιμοποιεί ως διαπραγματευτικό χαρτί ακριβώς τα λείψανα του Σαμουήλ.
Η κυβέρνηση Σαμαρά δεν θεωρούσε λοιπόν την παράδοση των οστών απαράδεκτη εξ ορισμού. Αν τη θεωρούσε, δεν θα υπήρχε λόγος να διαπραγματεύεται την ανταλλαγή τους. Η δική της γραμμή ήταν ότι έπρεπε προηγουμένως να επιστραφεί πολύ μεγαλύτερος αριθμός, κατά την εκδοχή των τότε κυβερνητικών στελεχών το σύνολο, των ελληνικών κειμηλίων.
Το 2014 η υπόθεση είχε πλέον περάσει στην αρμοδιότητα του τότε υπουργού Πολιτισμού Κωνσταντίνου Τασούλα. Τον Οκτώβριο εκείνου του έτους ο τότε πρόεδρος της Βουλγαρίας Ρόσεν Πλεβνελίεφ επισκέφθηκε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκονταν τα λείψανα του Σαμουήλ, με τον Έλληνα υπουργό Πολιτισμού παρόντα. Τα δημοσιεύματα της εποχής μιλούσαν ανοιχτά για παρασκηνιακές διαβουλεύσεις με αντικείμενο την ανταλλαγή των λειψάνων με ελληνικά κειμήλια.
Ακόμη σαφέστερη ήταν η κοινοβουλευτική παρέμβαση του τότε βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Θεόδωρου Καράογλου. Στις 17 Οκτωβρίου 2014 κατέθεσε ερώτηση με τίτλο «Ανταλλαγή των οστών του Τσάρου Σαμουήλ με τα Βυζαντινά χειρόγραφα και τους θησαυρούς της Μονής Εικοσιφοινίσσης», ζητώντας από τα αρμόδια υπουργεία να εξετάσουν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα. Στο ίδιο κείμενο ο Σαμουήλ περιγραφόταν ως αυτοκράτορας της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας.
Όταν επομένως ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται σήμερα να αντιμετωπίζει την ίδια την παράδοση των οστών ως σχεδόν αυτονόητη εθνική υποχώρηση, η κριτική του σκοντάφτει στο κυβερνητικό του παρελθόν. Η διαφορά του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη αφορά πρωτίστως τους όρους της συμφωνίας, όχι την αρχή της.
Τα 48 κειμήλια και το επιχείρημα του «όλα ή τίποτα»
Εδώ βρίσκεται το ισχυρότερο σημείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο πρώην πρωθυπουργός. Η κυβέρνηση Σαμαρά δεν ολοκλήρωσε τη συμφωνία επειδή θεώρησε ότι τα προσφερόμενα ανταλλάγματα δεν ήταν επαρκή. Η σημερινή κυβέρνηση συμφώνησε στην επιστροφή 48 κειμηλίων από την Εικοσιφοίνισσα, τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών και τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και παρέδωσε στη Σόφια τα λείψανα του Σαμουήλ.
Μπορεί πράγματι να τεθεί το ερώτημα εάν η Αθήνα θα μπορούσε να αποσπάσει περισσότερα, δεδομένου ότι για τη Βουλγαρία η επιστροφή του Σαμουήλ είχε τεράστια συμβολική σημασία. Η υποδοχή των λειψάνων με στρατιωτικές και κρατικές τιμές, μαχητικά αεροσκάφη, τιμητικούς κανονιοβολισμούς και επίσημη τελετή στη Σόφια αποδεικνύει πόσο υψηλά αξιολογούσε η βουλγαρική πλευρά το ελληνικό διαπραγματευτικό χαρτί. Από εκεί όμως μέχρι τη διατύπωση περί «υποχώρησης» υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Η σημερινή συμφωνία δεν κλείνει τον φάκελο των διεκδικήσεων. Το ίδιο το υπουργείο Πολιτισμού αναφέρει ρητά ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις, ώστε και άλλα ιστορικά αντικείμενα αμοιβαίου ενδιαφέροντος να ταυτοποιηθούν και να ενταχθούν σε επόμενη συμφωνία.
Η σύγκριση επομένως αφορά δύο διαφορετικές σχολές διαπραγμάτευσης. Η πρώτη κράτησε το ισχυρότερο χαρτί της Αθήνας, αλλά δεν επέστρεψε κανένα από τα συγκεκριμένα κειμήλια. Η δεύτερη εξασφάλισε μια πρώτη, ουσιαστική επιστροφή 48 αντικειμένων, δημιούργησε μηχανισμό συνέχισης της διαδικασίας και ταυτόχρονα οικοδόμησε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις με τη Σόφια. Μπορεί κανείς να προτιμά την πρώτη μέθοδο. Δεν μπορεί όμως εύκολα να εμφανίζει τη δεύτερη ως εγκατάλειψη των εθνικών συμφερόντων.
Η σύγκριση με τον Μέγα Αλέξανδρο δεν αντέχει, αντικειμενικά
Ακόμη περισσότερο προβληματική είναι η επιλογή του Αντώνη Σαμαρά να παρομοιάσει τη σημασία που έχουν τα οστά του Σαμουήλ για τους Βουλγάρους με εκείνη που θα είχαν για την Ελλάδα τα οστά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η εικόνα είναι ισχυρή επικοινωνιακά, αλλά εξαιρετικά αδύναμη ιστορικά και πολιτικά.
Εάν ο Σαμουήλ αποτελούσε για την Ελλάδα ένα αντίστοιχο εθνικό σύμβολο, τότε η κυβέρνηση Σαμαρά δεν θα τον είχε μετατρέψει σε αντικείμενο διακρατικής διαπραγμάτευσης. Η αξία των λειψάνων για την Αθήνα ήταν διαφορετική. Επρόκειτο για ένα σπουδαίο αρχαιολογικό εύρημα, εντοπισμένο σε ελληνικό έδαφος και διατηρημένο επί δεκαετίες από το ελληνικό κράτος, το οποίο όμως είχε δυσανάλογα μεγαλύτερη πολιτική και εθνική σημασία για τη Βουλγαρία. Ακριβώς γι’ αυτό ήταν πολύτιμο διαπραγματευτικά.
Ο πρώην πρωθυπουργός χρησιμοποιεί σήμερα αυτή τη μεγάλη βουλγαρική συμβολική αξία για να αποδείξει ότι η Ελλάδα «έδωσε πολλά». Παραλείπει όμως ότι και ο ίδιος είχε αντιληφθεί ακριβώς την ίδια αξία και γι’ αυτό είχε επιχειρήσει να την αξιοποιήσει ως αντάλλαγμα. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η ρητορική της καταγγελίας καταλήγει να αποκαλύπτει την αντίφαση της ίδιας της καταγγελίας.
Το παράδοξο με τα Σκόπια
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αντίφαση, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αφορά έναν από τους κεντρικούς άξονες της πολιτικής ταυτότητας του Αντώνη Σαμαρά: το Μακεδονικό.
Ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να συνδέσει τη μεταφορά των οστών του Σαμουήλ με την κριτική του προς τη Συμφωνία των Πρεσπών και με τη χρήση των όρων «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονικός πολιτισμός» από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Έτσι, προσπάθησε να εντάξει δύο διαφορετικά γεγονότα σε ένα ενιαίο αφήγημα συνεχών ελληνικών υποχωρήσεων. Μόνο που η υπόθεση του Σαμουήλ μπορεί να διαβαστεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Η επίσημη ελληνική ανακοίνωση χαρακτηρίζει τα λείψανα ως ανήκοντα στον «Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας». Η συγκεκριμένη ιστορική τοποθέτηση βρίσκεται πολύ κοντά στην κυρίαρχη διεθνή ιστοριογραφία και, κυρίως, σε όσα έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της κοινής βουλγαροβορειομακεδονικής επιτροπής ιστορικών. Η επιτροπή έχει καταλήξει ότι ο Σαμουήλ υπήρξε ηγεμόνας ενός μεγάλου μεσαιωνικού κράτους, το οποίο η πλειονότητα της σύγχρονης ιστοριογραφίας θεωρεί βουλγαρικό βασίλειο, με πολιτικό κέντρο σε εδάφη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας.
Αυτό έχει προφανή πολιτική σημασία. Περιορίζει τη δυνατότητα των Σκοπίων να εντάσσουν αναδρομικά ολόκληρη τη μεσαιωνική ιστορία του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας σε μια αδιάσπαστη εθνική «μακεδονική» αφήγηση.
Με άλλα λόγια, ένας πολιτικός που θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι αυστηρή απέναντι σε ιστορικές οικειοποιήσεις από τη Βόρεια Μακεδονία θα μπορούσε να δει θετικά το γεγονός ότι η Αθήνα, η Σόφια και ακόμη και μια διακρατική ιστορική επιτροπή με συμμετοχή των Σκοπίων τοποθετούν τον Σαμουήλ στο πλαίσιο της μεσαιωνικής βουλγαρικής κρατικής ιστορίας. Η παράδοση των λειψάνων στη Βουλγαρία, συνεπώς, δεν ενισχύει κάποιο «μακεδονικό» αφήγημα. Μάλλον το δυσκολεύει.
Εδώ η ανάγκη του Αντώνη Σαμαρά να συνδέσει σχεδόν κάθε βαλκανική εξέλιξη με τις Πρέσπες τον οδηγεί σε μια πολιτική αντίφαση. Προκειμένου να χρεώσει άλλη μία «υποχώρηση» στον Κυριάκο Μητσοτάκη, καταλήγει να καταγγέλλει μια εξέλιξη που σε ένα κρίσιμο ιστορικό επίπεδο βρίσκεται πιο κοντά στις δικές του παραδοσιακές θέσεις παρά απέναντί τους.
Όταν η κριτική γίνεται προσωπική, χάνει τη δύναμή της
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα ξεπερνά επομένως τον Σαμουήλ και τα 48 κειμήλια. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει πλέον να τοποθετείται απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ένας πρώην πρωθυπουργός διαθέτει εκ των πραγμάτων ιδιαίτερο πολιτικό και θεσμικό βάρος. Οι παρεμβάσεις του μπορούν να δημιουργήσουν συζήτηση, να πιέσουν μια κυβέρνηση, ακόμη και να φωτίσουν πραγματικούς κινδύνους. Αυτή η βαρύτητα, όμως, εξαρτάται από την επιλεκτικότητα και την αξιοπιστία της κριτικής.
Όταν η αντίδραση μοιάζει να είναι προκαθορισμένη πριν ακόμη εξεταστούν τα πραγματικά δεδομένα, η δύναμή της μειώνεται. Και στην περίπτωση του Σαμουήλ η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέτυχε κάτι που διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωκαν επί χρόνια. Επαναπατρίστηκαν σημαντικά ελληνικά κειμήλια που είχαν μεταφερθεί στη Βουλγαρία το 1917, δημιουργήθηκε πλαίσιο για περαιτέρω επιστροφές και μια χρονίζουσα εκκρεμότητα μετατράπηκε σε εργαλείο βελτίωσης των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τη συμφωνία ως παράδειγμα πολιτιστικής διπλωματίας και τη συνέδεσε με τη γενικότερη ελληνική θέση υπέρ του επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών. Απέναντι σε αυτά, ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να ασκήσει συγκεκριμένη κριτική στο ύψος του ανταλλάγματος. Αντί γι’ αυτό επέλεξε και πάλι την απόλυτη γλώσσα της εθνικής υποχώρησης.
Και κάπου εδώ η πολιτική διαφωνία αρχίζει να θυμίζει περισσότερο προσωπική αντιπολίτευση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν χρειάζεται κανείς να γνωρίζει τις προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού για να διαπιστώσει το πολιτικό αποτέλεσμα. Όταν ακόμη και μια συμφωνία που κινείται πάνω σε δρόμο τον οποίο είχε ανοίξει η δική του κυβέρνηση παρουσιάζεται ως περίπου εθνική ταπείνωση, δημιουργείται η εντύπωση ότι το συμπέρασμα προηγείται των γεγονότων. Αυτό μακροπρόθεσμα βλάπτει περισσότερο τον ίδιο παρά την κυβέρνηση.
Διότι η κριτική έχει αξία όταν μπορεί να εκπλήξει, όταν αναγνωρίζει το θετικό και χτυπά το πραγματικά προβληματικό, όταν ο πολίτης γνωρίζει ότι πίσω από μια σκληρή παρέμβαση υπάρχει ένα ουσιαστικό όριο που πράγματι παραβιάστηκε. Εάν αντιθέτως κάθε κυβερνητική κίνηση πρέπει να μετατρέπεται υποχρεωτικά σε αποτυχία, η παρέμβαση γίνεται προβλέψιμη.
Και μια τέτοια κριτική δύσκολα παράγει πολιτικό αποτέλεσμα πέρα από ένα ήδη πεπεισμένο ακροατήριο.
Στην υπόθεση του Σαμουήλ, μάλιστα, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ο Αντώνης Σαμαράς καταγγέλλει σήμερα την κατάληξη μιας διαπραγμάτευσης που είχε διεξαγάγει ο ίδιος, χρησιμοποιεί ως απόδειξη εθνικής υποχώρησης ένα αντάλλαγμα που ο ίδιος είχε αποδεχθεί ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επιτίθεται σε μια ιστορική ανάγνωση που αποδυναμώνει, αντί να ενισχύει, τους ιστορικούς μαξιμαλισμούς των Σκοπίων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η σκληρή φρασεολογία περί μιας Ελλάδας που δήθεν υποχωρεί δεν ενισχύει την κριτική του. Την κάνει να μοιάζει μικρότερη από το αξίωμα που ο ίδιος έφτασε να κατέχει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον πολιτικό συμπέρασμα αυτής της υπόθεσης. Η κυβέρνηση μπορεί να κριθεί από το εάν θα επιστρέψουν και άλλα κειμήλια, από το εάν η νέα σχέση εμπιστοσύνης με τη Βουλγαρία θα αποδώσει και από το εάν η συμφωνία θα εξελιχθεί πράγματι σε ένα ευρύτερο προηγούμενο πολιτιστικής διπλωματίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς, όμως, κρίνεται ήδη από κάτι διαφορετικό: από το εάν μπορεί ακόμη να διαχωρίσει μια ουσιαστική εθνική διαφωνία από την ανάγκη να αντιπολιτεύεται προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και στην υπόθεση του Σαμουήλ, η απάντηση κάθε άλλο παρά τον ευνοεί.