Προϋπολογισμός 2026: Η Ελλάδα προχώρησε, όχι όμως όσο της άξιζε
Ναι, πάμε καλά. Αλλά με τα δεδομένα και τις δυνατότητες που έχουμε, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να πηγαίνουμε γρηγορότερα.
Έξι χρόνια είναι αρκετά για να ξεχωρίσεις το επικοινωνιακό αφήγημα από τη μετρήσιμη πραγματικότητα. Με την ψήφιση του έκτου κατά σειρά προϋπολογισμού της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε το 2020, λίγο πριν η πανδημία ανατρέψει κάθε σχεδιασμό. Η σύγκριση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα δεν είναι πολιτική άποψη. Είναι αριθμοί, ποσοστά και συγκεκριμένα αποτελέσματα που δείχνουν πού βρισκόταν η χώρα και πού βρίσκεται σήμερα.
Το 2020 η Ελλάδα ξεκινούσε με έναν φιλόδοξο αλλά αυστηρό στόχο. Πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και οικονομία σε φάση εύθραυστης ανάκαμψης μετά από δέκα χρόνια κρίσης. Το ονομαστικό ΑΕΠ υπολογιζόταν κοντά στα 187 δισεκατομμύρια ευρώ, η ανεργία κινούνταν γύρω στο 17% και το δημόσιο χρέος βρισκόταν στο 180% του ΑΕΠ. Λίγους μήνες μετά, η πραγματικότητα κατέρρευσε. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά περίπου 9%, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτοξεύθηκε στο 10,1% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος έφτασε στο ιστορικό υψηλό του 206% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τα 340 δισεκατομμύρια ευρώ. Η οικονομία πάγωσε, αλλά το κράτος επέλεξε να στηρίξει εισοδήματα και επιχειρήσεις αντί να αφήσει μια νέα κοινωνική κατάρρευση.
Έξι χρόνια μετά, τα μεγέθη αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία. Το ονομαστικό ΑΕΠ για το 2025 τοποθετείται στα 247 με 250 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή περίπου 60 δισεκατομμύρια υψηλότερα από τα επίπεδα πριν την πανδημία. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η πορεία του χρέους. Από το 206% του ΑΕΠ το 2020, υποχωρεί κοντά στο 147% το 2025. Η μείωση αυτή δεν είναι λογιστικό τέχνασμα. Προκύπτει από την ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη σταθερότητα που επέτρεψε στη χώρα να δανείζεται με χαμηλότερο κόστος.
Το ίδιο καθαρή είναι η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το 2020 η ανεργία παρέμεινε τεχνητά συγκρατημένη γύρω στο 16% λόγω αναστολών και επιδοτήσεων. Σήμερα κινείται σταθερά κάτω από το 8%, με την απασχόληση να έχει αυξηθεί κατά περισσότερες από 400.000 θέσεις εργασίας σε σχέση με τα χρόνια της πανδημίας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση ανεργίας που έχει καταγραφεί στη χώρα από τη δεκαετία του 2000. Δεν σημαίνει ότι όλοι πληρώνονται καλά ή ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Σημαίνει όμως ότι η οικονομία παράγει δουλειές και όχι επιδόματα επιβίωσης.
Σημαντική είναι και η δημοσιονομική εικόνα. Από πρωτογενές έλλειμμα σχεδόν 6% του ΑΕΠ το 2020, η χώρα επιστρέφει σε πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 3% το 2024 και το 2025. Το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης περνά ξανά σε πλεονασματική τροχιά, κάτι που πριν λίγα χρόνια έμοιαζε πολιτικά και κοινωνικά αδύνατο. Αυτή η εξέλιξη επιτρέπει τη διατήρηση μειωμένων φόρων, τη στήριξη ευάλωτων ομάδων και την ενίσχυση επενδύσεων χωρίς να τίθεται θέμα νέας δημοσιονομικής κρίσης.
Παράλληλα, το κράτος άλλαξε τρόπο λειτουργίας. Το 2020 η ψηφιακή διακυβέρνηση ήταν περισσότερο εξαγγελία παρά πραγματικότητα. Σήμερα εκατοντάδες υπηρεσίες παρέχονται ψηφιακά, οι φορολογικές δηλώσεις υποβάλλονται σχεδόν αυτόματα, οι συναλλαγές με το Δημόσιο γίνονται σε μεγάλο βαθμό ηλεκτρονικά. Αυτή η αλλαγή δεν αποτυπώνεται άμεσα στο ΑΕΠ, αλλά μειώνει κόστος, χρόνο και αβεβαιότητα, στοιχεία κρίσιμα για την παραγωγικότητα.
Ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε και η επενδυτική πολιτική. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αυξήθηκε από περίπου 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 σε πάνω από 10 δισεκατομμύρια ετησίως μετά το 2021, ενώ οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης ξεπερνούν τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και συμμετοχή τους στο ΑΕΠ από περίπου 11% σε περίπου 14%, ακόμη χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά σαφώς βελτιωμένα σε σχέση με το παρελθόν.
Και όμως, εδώ εμφανίζεται το κρίσιμο αλλά. Ναι, οι αριθμοί δείχνουν πρόοδο. Ναι, η χώρα είναι σε σαφώς καλύτερη θέση από το 2020. Αλλά η αίσθηση ευημερίας δεν κινείται με την ίδια ταχύτητα. Ο πληθωρισμός των προηγούμενων ετών ροκάνισε εισοδήματα, τα ενοίκια αυξήθηκαν δυσανάλογα, το κόστος ζωής πιέζει ακόμη τη μεσαία τάξη. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα δεν ακολούθησε με τον ίδιο ρυθμό την άνοδο του ΑΕΠ.
Επιπλέον, οι βαθύτερες αδυναμίες παραμένουν. Η παραγωγικότητα αυξάνεται αργά. Η δικαιοσύνη εξακολουθεί να καθυστερεί. Ο ανταγωνισμός σε βασικούς τομείς της οικονομίας παραμένει περιορισμένος. Το δημογραφικό πρόβλημα απειλεί τη μελλοντική ανάπτυξη. Αυτά δεν λύνονται μόνο με καλούς προϋπολογισμούς, αλλά με επιμονή σε μεταρρυθμίσεις που συχνά έχουν πολιτικό κόστος.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό. Από το 2020 του 206% χρέους, του 10% ελλείμματος και της ανεργίας πάνω από 16%, φτάσαμε στο 2025 με χρέος κάτω από 150% του ΑΕΠ, πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 3% και ανεργία κάτω από 8%. Αυτή είναι πραγματική πρόοδος. Όμως η πρόοδος αυτή θα κριθεί οριστικά από το αν θα μεταφραστεί σε ταχύτερη βελτίωση της καθημερινότητας. Ναι, πάμε καλά. Αλλά με τα δεδομένα και τις δυνατότητες που έχουμε, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να πηγαίνουμε γρηγορότερα.