Ποιος κληρονομεί ένα τραγούδι;

Η υπόθεση Μητσιά–Χατζιδάκι και το σημείο όπου η προστασία ενός έργου κινδυνεύει να μετατραπεί σε μεταθανάτια καλλιτεχνική διεύθυνση.

Ποιος κληρονομεί ένα τραγούδι;
Πηγή: Από το αρχείο της ΕΡΤ

Η Έρη Ρίτσου πριν λίγες μέρες έδωσε στη συζήτηση για τον «Γιάννη τον φονιά» την πιο αιχμηρή έως τώρα φράση: «Ο πατέρας μου δεν έγραψε ποίηση για να έχω εγώ προίκα». Ως νόμιμη δικαιούχος του έργου του Γιάννη Ρίτσου, εξήγησε ότι δεν θεωρεί τον εαυτό της «σωματοφύλακα» της ποίησής του και ότι μια κακή παράσταση δεν μπορεί να βλάψει πραγματικά ένα μεγάλο έργο. Πρόσθεσε, πάντως, δεν γνωρίζει ποιες οδηγίες μπορεί να είχε αφήσει ο Μάνος Χατζιδάκις στον γιο του και δεν μπορεί να κρίνει την προσωπική του θέση.

«Βαριά» η λέξη «προίκα», αλλά πέρα από τις εντυπώσεις που δημιουργεί, η παρέμβαση της Ρίτσου έχει μεγαλύτερη αξία αν διαβαστεί όχι ως καταδίκη του Γιώργου Χατζιδάκι, αλλά ως μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει να κληρονομείς τη διαχείριση ενός έργου.

Η συζήτηση άνοιξε όταν, στη συναυλία του Δίου στις 26 Ιουλίου, ο Μανώλης Μητσιάς απήγγειλε αντί να τραγουδήσει τον «Γιάννη τον φονιά», επειδή δεν είχε δοθεί άδεια στη συγκεκριμένη παραγωγή για την εκτέλεση έργων του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Γιώργος Χατζιδάκις διευκρίνισε ότι η απόφαση δεν στρεφόταν προσωπικά κατά του Μητσιά ούτε αφορούσε μόνο το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά την εταιρεία παραγωγής και τη σειρά συναυλιών.

Άλλο να απαγορεύεται σε έναν ερμηνευτή ένα τραγούδι που κουβαλά επί μισό αιώνα και άλλο να μη χορηγείται άδεια σε μια συνολική παραγωγή. Χωρίς, βέβαια, να σημαίνει ότι και το δεύτερο παύει να γεννά ερωτήματα.

Μόλις λίγες ημέρες αργότερα, πάντως, ο Μητσιάς άνοιξε μια διαφορετική συναυλία, στον Ναό του Επικούριου Απόλλωνα, τραγουδώντας κανονικά τον «Γιάννη τον φονιά». Η δεύτερη εκδήλωση είχε άλλους διοργανωτές και δεν υπαγόταν στην εταιρεία και στη σειρά συναυλιών στις οποίες είχε απευθυνθεί η αρχική άρνηση. Δεν έχει διευκρινιστεί δημοσίως αν δόθηκε χωριστή άδεια, αν η εκτέλεση καλύφθηκε μέσω οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή αν ακολουθήθηκε κάποια άλλη διαδικασία.

Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρξε γενική απαγόρευση προς τον Μητσιά. Δημιουργεί, όμως, μοιραία απορίες, καθώς, αφού το ίδιο τραγούδι μπορούσε να ακουστεί λίγες ημέρες αργότερα από τον ίδιο ερμηνευτή, τι ακριβώς θεωρήθηκε μη αποδεκτό στην παραγωγή του Δίου; Η εταιρεία, η συνολική περιοδεία, οι καλλιτεχνικοί όροι ή ο τρόπος παρουσίασης του έργου;

Η απάντηση έχει σημασία επειδή άλλο είναι η νόμιμη άσκηση ενός δικαιώματος και άλλο η δημόσια αιτιολόγησή της. Όσο μεγαλύτερη είναι η θέση ενός έργου στη συλλογική μνήμη, τόσο πιο εύλογη γίνεται η απαίτηση να γνωρίζουμε με ποια κριτήρια επιτρέπεται ή αποκλείεται μια παρουσίασή του.

Ο «Γιάννης ο φονιάς» δεν είναι μόνο μουσική του Χατζιδάκι. Είναι και ο λόγος του Νίκου Γκάτσου, η συγκεκριμένη ερμηνευτική ιστορία του Μητσιά και η μνήμη ενός κοινού που γνωρίζει τη μελωδία ακόμη κι όταν αυτή δεν ακούγεται. Προφανώς τίποτε από αυτά δεν ακυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα. Δείχνει, όμως, ότι η νομική κυριότητα δεν εξαντλεί την πολιτιστική ζωή ενός έργου.

Η διατύπωση των σωστών ερωτημάτων μοιάζει πολύ πιο ουσιαστική από το σύνθημα «η τέχνη ανήκει στον λαό». Με ποια κριτήρια εγκρίνεται ή απορρίπτεται μια παραγωγή; Πόσο συγκεκριμένη είναι η εκφρασμένη βούληση του δημιουργού και πόσο αποτελεί σημερινή ερμηνεία του κληρονόμου; Και όταν ένα έργο έχει αποκτήσει κεντρική θέση στη συλλογική μνήμη, δεν συνοδεύεται η εξουσία της απαγόρευσης από μια αυξημένη υποχρέωση εξήγησης;

Το δικαίωμα της άδειας κληρονομείται. Η βεβαιότητα για το τι θα ενέκρινε σήμερα ο δημιουργός, όχι.