Ποιος φοβάται τη δευτερεύουσα πρόταση;

Στην εποχή της ΤΝ, το ανθρώπινο λάθος, η δύσκολη φράση και η αργή ανάγνωση ίσως αποδειχθούν πιο πολύτιμα από το άψογο κείμενο του μέσου όρου.

Ποιος φοβάται τη δευτερεύουσα πρόταση;
Πηγή: Unsplash

Η ημερίδα του ΟΣΔΕΛ για την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και τα πνευματικά δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες μέρες, έθεσε κάποια εξαιρετικά επίκαιρα ερωτήματα: ποιος έχει δικαίωμα πάνω στα κείμενα με τα οποία εκπαιδεύονται τα γλωσσικά μοντέλα, ποιος πρέπει να αδειοδοτεί, ποιος πρέπει να αποζημιώνεται, πώς θα προστατευτούν συγγραφείς, δημοσιογράφοι, εκδότες.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις ΗΠΑ μεγάλοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί —από τους New York Times μέχρι τη Chicago Tribune, τη New York Daily News και το Center for Investigative Reporting— έχουν οδηγήσει την OpenAI και τη Microsoft στα δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι το δημοσιογραφικό τους έργο χρησιμοποιήθηκε χωρίς άδεια για την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Προφανώς δεν έχουμε ακόμη δει σε όλη τους την έκταση τις συνέπειες της εισόδου μας σε αυτόν τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο. Όμως, οι οιωνοί άρχισαν ήδη να πυκνώνουν…

Η δήλωση του καθηγητή Φιλοσοφίας της Πληροφορίας και Ψηφιακού Ανθρωπισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Θεοφάνη Τάση, ο οποίος συμμετείχε στην ημερίδα του ΟΣΔΕΛ, ήταν αυτή που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση: «Θα εκπαιδευόμαστε και θα μαθαίνουμε να μας αρέσουν τα κείμενα του μέσου όρου, αξιοπρεπή, καλογραμμένα, αλλά εν τέλει αδιάφορα και πνευματικά στείρα».

Και φέρνει το εξής παράδειγμα ο διακεκριμένος καθηγητής για να εντείνει ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό μας. Όταν, όπως είπε, ανεβάζει δικά του κείμενα σε ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης και ζητά «πολεμική κριτική αξιολόγηση», η απάντηση που παίρνει είναι ότι τα κείμενα αυτά είναι μάλλον κακά! Δυσνόητα, πυκνά, με ασυνήθιστες λέξεις, με λόγιο ύφος, με συντακτικό που δεν υπακούει πάντα στην ευθεία, αναγνωρίσιμη διαδρομή υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο. Ποιο είναι, λοιπόν, το καλό κείμενο και ποιο το κακό; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το κείμενο που «αντιστέκεται» είναι κακό, χωρίς να ληφθεί υπόψη κανένας άλλος παράγοντας.

Όταν ήμουν φοιτήτρια στη Σχολή Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ —εδώ και περισσότερα χρόνια από όσα θα ήθελα να παραδεχθώ— μας μιλούσαν για τον κανόνα του «ελάχιστου κοινού παρανομαστή», δηλαδή την ιδέα ότι η εμπορική τηλεόραση, επειδή κυνηγά το μεγαλύτερο δυνατό κοινό, τείνει να κατεβάζει την πολυπλοκότητα. Πρόκειται για έναν κριτικό όρο της μαζικής κουλτούρας που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις ΗΠΑ περίπου το ‘50. Ο ελάχιστος κοινός παρανομαστής δεν είναι καν ο μέσος όρος· είναι το σημείο στο οποίο ένα περιεχόμενο «χαμηλώνει» τόσο ώστε να μη χάσει σχεδόν κανέναν.

Αν ένα κείμενο βρίθει δευτερεύουσων προτάσεων, επιτρέπει στην παθητική φωνή να μετατοπίσει το κέντρο βάρους ή ανοίγει παρενθέσεις, επιφυλάξεις, αναδιπλώσεις και εσωτερικές αντιρρήσεις, τότε αυτό χρήζει οπωσδήποτε απλοποίησης; Γιατί, αν το παραδεχτούμε αυτό, τότε μάλλον τα κριτήρια της «καλής γραφής» έχουν στενέψει επικίνδυνα. Τελικά, εκπαιδευόμαστε να γράφουμε —και, κυρίως, να ανεχόμαστε να διαβάζουμε— μόνο κείμενα που μοιάζουν καθαρά επειδή έχουν αφαιρεθεί από τη σκέψη όλες οι σκιές της;

Η γραφή δεν είναι απλώς η απάντηση σε μια ερώτηση, ούτε η πιο σύντομη διαδρομή προς ένα «σωστό» αποτέλεσμα. Είναι μια εσωτερική εργασία, συχνά αργή, σχεδόν ποτέ ευθύγραμμη ή συνεχής και αδιάλειπτη, κατά την οποία ο άνθρωπος, προσπαθώντας να διατυπώσει κάτι, συχνά ανακαλύπτει ότι δεν το έχει ακόμη πλήρως καταλάβει. Γράφοντας, ψάχνει την επιχειρηματολογία του, βλέπει τα κενά της, συναντά τις υπεκφυγές του, κάνει λάθος, πειραματίζεται.

Γι’ αυτό έχει σημασία και η δεύτερη παρατήρηση του Τάση: «υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο να αναθέτουμε πράξεις στην αριθμομηχανή και στο να αναθέτουμε τη συγγραφή κειμένων σε μια τεχνητή νοημοσύνη, γιατί στη δεύτερη περίπτωση ατροφεί η αυτονομία μας». Η αυτονομία ως δυνατότητα να σκεφτείς κάτι που μπορεί να είναι άτσαλο, προσωρινό, λανθασμένο, αλλά είναι δικό σου· να προτείνεις μια ερμηνεία που ίσως καταρρεύσει, αλλά έχει περάσει μέσα από τη δική σου προσπάθεια να καταλάβεις. Υπάρχει άλλος δρόμος, πέρα από το ανθρώπινο λάθος, που να μας οδηγεί κάπου βαθύτερα;

Αν η γραφή και η ανάγνωση είναι πράγματι μια διαλογική διαδικασία, τότε, όταν ο ένας από τους δύο πόλους απουσιάζει —εκείνος που παλεύει να σκεφτεί γράφοντας ή εκείνος που παλεύει να καταλάβει διαβάζοντας— κάτι χάνεται που δεν αναπληρώνεται εύκολα. Οι παλαιότερες γενιές καλούνται σήμερα να μάθουν να σερφάρουν στο διαδίκτυο, ως μέρος ψηφιακών δεξιοτήτων που πρέπει να αναπτύξουν. Οι νεότερες, που σερφάρουν σχεδόν… φυσικά, από μικρή ηλικία, καλούνται, ίσως, να μάθουν το δυσκολότερο. Να «βυθίζονται» σε ένα κείμενο, σε μια σκέψη, σε μια αντίφαση, σε έναν κόσμο που δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά…

Ίσως, λοιπόν, το διακύβευμα των επόμενων χρόνων να μην είναι μόνο αν θα συνεχίσουμε να γράφουμε καλύτερα ή πιο ανθρώπινα από τις μηχανές, αλλά αν θα μπορούμε ακόμη να διαβάζουμε με τρόπο που να αλλάζει την σκέψη μας. Να διαβάζουμε αργά όταν χρειάζεται, δύσπιστα όταν πρέπει, αφιερώνοντας χρόνο όταν το κείμενο μάς αντιστέκεται· να αναγνωρίζουμε όχι μόνο τι λέγεται, αλλά και τι αποφεύγεται, τι υπαινίσσεται ο/η συγγραφέας, τι μένει μισό, τι ζητά από εμάς να το συνεχίσουμε μέσα μας.

Για περαιτέρω ανάγνωση Θεοφάνης Τάσης «Ψηφιακός Ανθρωπισμός », εκδ. Αρμός Walter J. Ong, «Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Vilém Flusser, «Η γραφή. Έχει μέλλον το γράφειν;», εκδ. Ποταμός. Maryanne Wolf, «Ο Προυστ και το καλαμάρι: Πώς ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει», εκδ. Πατάκη.