Πέρα από την ανάρτηση Μητσοτάκη για τη Μαντόνα: Όταν το ποιος γράφει κάτι προηγείται του τι λέει
Η υπόθεση της Μαντόνα δείχνει πώς η προσωποποίηση της πολιτικής, η συναισθηματική πόλωση και η λειτουργία των social media μπορούν να μετατρέψουν ακόμη και μια απλή χειρονομία αβρότητας σε αφορμή συνολικής πολιτικής αντιπαράθεσης
Η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη Μαντόνα θα μπορούσε, υπό διαφορετικές συνθήκες πολιτικής επικοινωνίας, να είχε εξαντλήσει τη δημόσια παρουσία της μέσα σε μερικές ώρες. Η διάσημη τραγουδίστρια είχε περάσει μέρος των διακοπών της στην Ελλάδα, είχε δημοσιεύσει εικόνες από το ταξίδι της και είχε μιλήσει με θερμά λόγια για την εμπειρία της στη χώρα. Ο πρωθυπουργός της ευχήθηκε για τα γενέθλιά της και την προσκάλεσε να επιστρέψει, αξιοποιώντας ταυτόχρονα μια προφανή ευκαιρία διεθνούς προβολής.
Η ένταση που ακολούθησε ξεπέρασε εμφανώς το πραγματικό βάρος αυτής της πράξης. Η επίσκεψη της Μαντόνα συνδέθηκε με καταγγελίες από την Κέρκυρα, η συζήτηση μεταφέρθηκε στον υπερτουρισμό, στην κοινωνική ανισότητα και στην προνομιακή μεταχείριση των πλουσίων, ενώ η αρχική ανάρτηση εντάχθηκε γρήγορα σε μια ευρύτερη αφήγηση για τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Η υπόθεση παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή το αρχικό γεγονός είχε τόσο μικρή πολιτική σημασία.
Η Μαντόνα λειτούργησε κυρίως ως αφορμή. Το πραγματικό αντικείμενο της υπεραντίδρασης ήταν ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και όσα το πρόσωπό του έχει φτάσει να συμβολίζει για ένα τμήμα της αντιπολίτευσης.
Όταν η κρίση για το πρόσωπο προηγείται της πράξης
Σε ένα ορθολογικό μοντέλο πολιτικής αξιολόγησης προηγείται το γεγονός, ακολουθεί η εξέταση των διαστάσεών του και στη συνέχεια διαμορφώνεται η κρίση για τον πολιτικό που ενήργησε. Στη σημερινή ψηφιακή δημόσια σφαίρα η διαδικασία συχνά ακολουθεί διαφορετική πορεία, καθώς η άποψη για το πρόσωπο έχει ήδη παγιωθεί και κάθε καινούργια πράξη περνά μέσα από ένα έτοιμο ερμηνευτικό φίλτρο.
Στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η μακρά παρουσία του στην πρωθυπουργία και η ισχυρή προσωποποίηση της κυβερνητικής εξουσίας έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό σύμβολο που υπερβαίνει τις επιμέρους αποφάσεις του. Για τους υποστηρικτές του, το πρόσωπό του συνδέεται με τη σταθερότητα, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρυθμιστική πολιτική. Για τους πλέον έντονους αντιπάλους του συγκεντρώνει συνδηλώσεις που παραπέμπουν στις ελίτ, στον πλούτο, στην τεχνοκρατία και σε μια κοινωνική απόσταση από την καθημερινότητα ορισμένων στρωμάτων.
Όταν αυτή η εικόνα αποκτήσει σταθερά χαρακτηριστικά, η επιμέρους πράξη δυσκολεύεται να διατηρήσει τη δική της αυτονομία. Όποιος θεωρεί ήδη τον Μητσοτάκη εκπρόσωπο ενός προνομιούχου κοινωνικού κόσμου μπορεί να δει στην επικοινωνία του με μια διεθνή celebrity ακόμη μία επιβεβαίωση της προηγούμενης πεποίθησής του. Η συζήτηση μετακινείται έτσι από το περιεχόμενο της ανάρτησης σε όσα υποτίθεται ότι αυτή αποκαλύπτει για τον αποστολέα της.
Η σημειολογία μιας απλής ευχής
Η σημειολογία βοηθά ιδιαίτερα στην κατανόηση αυτής της μετατόπισης, επειδή κάθε δημόσιο μήνυμα διαθέτει μια άμεση σημασία και ένα ευρύτερο πεδίο συνδηλώσεων, το οποίο εξαρτάται από το πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαβάζεται. Στο κυριολεκτικό επίπεδο, η συγκεκριμένη υπόθεση παραμένει απλή. Μια από τις γνωστότερες καλλιτέχνιδες στον κόσμο επισκέπτεται την Ελλάδα, προβάλλει θετικά τη χώρα στους εκατομμύρια ακολούθους της και ο πρωθυπουργός ανταποκρίνεται με μια σύντομη ευχή.
Στο δεύτερο επίπεδο αρχίζουν να ενεργοποιούνται τα σύμβολα που συνοδεύουν τα δύο πρόσωπα. Η Μαντόνα παραπέμπει στον πλούτο, στη διεθνή διασημότητα, στο lifestyle και σε έναν τρόπο ζωής πολύ μακρινό από την καθημερινότητα του μέσου πολίτη. Ο Μητσοτάκης έχει ήδη φορτιστεί, στο βλέμμα των πολιτικών του αντιπάλων, με συμβολισμούς που σχετίζονται με τις κοινωνικές ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα.
Η συνάντηση αυτών των δύο εικόνων παράγει ένα πρόσθετο πολιτικό νόημα. Η ευχή μπορεί να παρουσιαστεί ως έκφραση κοινωνικής νοοτροπίας, η τουριστική προβολή ως προτίμηση προς τους εύπορους επισκέπτες και μια επικοινωνιακή χειρονομία ως δήλωση αξιών. Η έννοια του πολιτικού μύθου του Μπάρτ ταιριάζει εδώ αρκετά καλά, αφού ένα περιορισμένο πραγματικό γεγονός αποκτά μια δεύτερη σημασία και μετατρέπεται σε φορέα μιας πολύ μεγαλύτερης αφήγησης.
Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στο ότι αυτή η δεύτερη σημασία παράγεται έξω από το ίδιο το μήνυμα, καθώς προκύπτει από ένα πλαίσιο που έχει ήδη κατασκευαστεί γύρω από τον αποστολέα του και μπορεί να ενεργοποιηθεί ξανά στο μέλλον με μια εντελώς διαφορετική αφορμή.
Από την πολιτική διαφωνία στη συναισθηματική πόλωση
Η πολιτική επιστήμη χρησιμοποιεί όλο και συχνότερα τον όρο συναισθηματική πόλωση για να περιγράψει ένα φαινόμενο βαθύτερο από τη συνηθισμένη ιδεολογική αντιπαράθεση. Η διαφωνία για την οικονομία, την παιδεία, την εξωτερική πολιτική ή το κοινωνικό κράτος συνοδεύεται πλέον από έντονα συναισθήματα απέναντι στην αντίπαλη πολιτική ομάδα και στους ηγέτες της.
Ο πολιτικός αντίπαλος αντιμετωπίζεται σταδιακά ως εκπρόσωπος ενός κόσμου που προκαλεί δυσπιστία, αποστροφή ή περιφρόνηση. Η πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά ταυτότητας, καθώς οι πολίτες ορίζουν τον εαυτό τους τόσο μέσα από όσα υποστηρίζουν όσο και μέσα από τα πρόσωπα που απορρίπτουν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και μια καθημερινή πράξη ενός πολιτικού ηγέτη αποκτά αξία συμβόλου, επειδή προσφέρεται ως νέο υλικό μέσα σε μια ήδη διαμορφωμένη σύγκρουση.
Στην ελληνική περίπτωση, ο αντιμητσοτακισμός έχει αποκτήσει για ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης αυτή τη λειτουργία. Η θεμιτή πολιτική αντίθεση προς τον πρωθυπουργό μπορεί να εξελιχθεί σε σταθερό ερμηνευτικό φίλτρο, μέσα από το οποίο πράξεις χαμηλής πολιτικής σημασίας αποκτούν βαρύτερο αρνητικό περιεχόμενο. Η αξιολόγηση του προσώπου έχει προηγηθεί και η κάθε νέα αφορμή χρησιμοποιείται ως στοιχείο επιβεβαίωσης.
Η διαφορά είναι σημαντική. Άλλο να θεωρεί κάποιος προβληματική μια συγκεκριμένη πράξη και μέσω αυτής να κρίνει τον πολιτικό, και άλλο να έχει ήδη αποφασίσει τι αντιπροσωπεύει ο πολιτικός και στη συνέχεια να αναζητεί σε κάθε πράξη στοιχεία που ενισχύουν αυτή την πεποίθηση.
Η αγανάκτηση ως πολιτική ταυτότητα
Τα social media προσθέτουν σε αυτή τη διαδικασία μια ακόμη διάσταση, επειδή ο χρήστης που σχολιάζει έναν πολιτικό σπάνια απευθύνεται μόνο στον ίδιο. Το σχόλιό του απευθύνεται ταυτόχρονα στους ανθρώπους του δικού του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, οι οποίοι αναγνωρίζουν τον ίδιο κώδικα και μπορούν να επιδοκιμάσουν την αντίδραση. Η αγανάκτηση αποκτά έτσι μια λειτουργία δημόσιας αυτοπαρουσίασης. Ένα οργισμένο σχόλιο δηλώνει πολιτική θέση, δείχνει σε ποιο στρατόπεδο ανήκει ο χρήστης και του επιτρέπει να επιβεβαιώσει την ταυτότητά του μέσα από την επιδοκιμασία των άλλων. Το like, το repost και το επιδοκιμαστικό σχόλιο λειτουργούν ως μικρές πράξεις αναγνώρισης μέσα σε μια πολιτική κοινότητα.
Αυτό εξηγεί γιατί η υπερβολή συχνά αποκτά μεγαλύτερη επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα από τη μετριοπαθή αποτίμηση. Η διαπίστωση ότι ο πρωθυπουργός έκανε μια συνηθισμένη κίνηση δημοσίων σχέσεων ολοκληρώνει γρήγορα τη συζήτηση. Η φράση ότι «ο κόσμος υποφέρει και ο πρωθυπουργός ασχολείται με τη Μαντόνα» περιέχει σύγκρουση, κοινωνική αξιολόγηση και ηθική μομφή, οπότε προσφέρεται πολύ περισσότερο για διάδοση. Επομένως η ένταση αποκτά κοινωνική ανταμοιβή και ο δημόσιος λόγος προσαρμόζεται σε αυτήν. Η ειρωνεία, η απαξίωση και η ηθική καταγγελία γίνονται αποτελεσματικά εργαλεία συμμετοχής, επειδή επιτρέπουν στον χρήστη να εκφράσει ταυτόχρονα πολιτική θέση και προσωπική ταυτότητα.
Η κατάρρευση του πλαισίου στα κοινωνικά δίκτυα
Υπάρχει και ένας πιο δομικός μηχανισμός, ο οποίος σχετίζεται με την ίδια την αρχιτεκτονική των κοινωνικών δικτύων. Τα social media έχουν συμπιέσει διαφορετικές περιοχές της πολιτικής και της καθημερινής ζωής μέσα στην ίδια οθόνη, με αποτέλεσμα γεγονότα διαφορετικής βαρύτητας να εμφανίζονται στη σειρά χωρίς το πλαίσιο που θα επέτρεπε στον χρήστη να τα ιεραρχήσει σωστά.
Ένας πρωθυπουργός μπορεί μέσα στην ίδια ημέρα να συμμετέχει σε σύσκεψη για την οικονομία, να ενημερώνεται για μια φυσική καταστροφή, να συνομιλεί με έναν ξένο ηγέτη, να συγχαίρει έναν αθλητή και να απαντά σε μια διεθνή καλλιτέχνιδα που προβάλλει θετικά τη χώρα. Στην πραγματική ζωή αυτές οι δραστηριότητες έχουν διαφορετική διάρκεια και διαφορετική σημασία. Στο feed μπορούν να εμφανιστούν σχεδόν ισότιμα, η μία αμέσως μετά την άλλη.
Από αυτή την τεχνολογική ισοπέδωση γεννιέται η γνώριμη μομφή ότι ο πρωθυπουργός «ασχολείται με αυτά ενώ συμβαίνουν τόσα». Η φράση αντιμετωπίζει την πολιτική προσοχή σαν ένα ενιαίο απόθεμα, από το οποίο κάθε ελαφριά δραστηριότητα αφαιρεί χρόνο από μια σοβαρότερη. Η πραγματική λειτουργία μιας κυβέρνησης έχει προφανώς άλλη κλίμακα και μια σύντομη ανάρτηση δεν αποτελεί αξιόπιστο μέτρο των κυβερνητικών προτεραιοτήτων.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν οι αλγόριθμοι των πλατφορμών, επειδή η σύγκρουση και η αγανάκτηση παράγουν αυξημένη αλληλεπίδραση. Η πιο δραματική ερμηνεία έχει συχνά μεγαλύτερες πιθανότητες να διαδοθεί από τη μετρημένη, γεγονός που ενισχύει την υπερπολιτικοποίηση ακόμη και όταν το αρχικό ερέθισμα είναι μικρό.
Η υπερ-πολιτικοποίηση και η ανάδειξη και του πλέον ασήμαντου
Το βαθύτερο ζήτημα που αποκαλύπτει η υπόθεση αφορά τελικά την ικανότητα της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας να διακρίνει τα γεγονότα ανάλογα με τη σημασία τους. Η εξουσία χρειάζεται αυστηρό έλεγχο και οι κυβερνήσεις οφείλουν να κρίνονται για τις αποφάσεις τους, για τη λειτουργία των θεσμών, για την οικονομία, για τη δημόσια διοίκηση και για όσα επηρεάζουν ουσιαστικά τη ζωή των πολιτών. Η αξία αυτής της κριτικής προϋποθέτει αίσθηση αναλογίας.
Όταν μια φωτογραφία, μια παρουσία σε μια συναυλία, ένα γεύμα ή μια ευχή γενεθλίων αντιμετωπίζονται με τη γλώσσα που χρησιμοποιείται για μια σοβαρή κυβερνητική αποτυχία, η ιεράρχηση αρχίζει να χάνεται. Κάθε πράξη μετατρέπεται σε πολιτικό τεκμήριο και κάθε λέξη αποκτά ένα υποτιθέμενο βαθύτερο νόημα, με αποτέλεσμα ο πολιτικός ηγέτης να στερείται σταδιακά τη δυνατότητα μιας ουδέτερης ή απλώς καθημερινής πράξης.
Αυτή η πρακτική έχει κόστος και για την ίδια την πολιτική κριτική. Όταν κάθε περιστατικό παρουσιάζεται ως απόδειξη αλαζονείας, κοινωνικής αναλγησίας ή αποξένωσης, η γλώσσα της καταγγελίας φθείρεται και ο πολίτης εξοικειώνεται με τη μέγιστη ένταση. Τη στιγμή που θα προκύψει ένα πραγματικά σοβαρό ζήτημα, η κριτική θα χρειαστεί αξιοπιστία, μέτρο και καθαρή ιεράρχηση για να ακουστεί.
Η υπόθεση της Μαντόνα αξίζει επομένως να συζητηθεί ακριβώς επειδή υπήρξε πολιτικά μικρή. Η απόσταση ανάμεσα στην αρχική πράξη και στην ένταση που ακολούθησε δείχνει πώς η προσωποποίηση της πολιτικής, η συναισθηματική πόλωση, η σημειολογική υπερφόρτιση και η οικονομία της προσοχής μπορούν να δώσουν στο ασήμαντο υπερβολικό πολιτικό βάρος. Μια ώριμη δημόσια σφαίρα χρειάζεται να διατηρεί τη δυνατότητα να θεωρεί ορισμένα πράγματα απλώς ελάσσονα, ώστε η πραγματικά αναγκαία πολιτική κριτική να παραμένει διακριτή, πειστική και ουσιαστική.