Πεκίνο και Μόσχα στη νέα γεωπολιτική εποχή
Η συνάντηση Πούτιν και Σι επιβεβαίωσε ότι ο κόσμος μετακινείται προς μια πιο ρευστή και ανταγωνιστική πολυπολικότητα, ενώ η Δύση καλείται να απαντήσει σε κρίσεις ισχύος, συνοχής και στρατηγικού προσανατολισμού
Η πρόσφατη επίσκεψη του Βλαντιμίρ Πούτιν στο Πεκίνο δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη συνάντηση κορυφής μεταξύ δύο αυταρχικών ηγετών που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τη δυτική επιρροή. Η χρονική συγκυρία, οι συμβολισμοί και κυρίως η διεθνής ανάγνωση της επίσκεψης αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο, που αφορά τη συνολική μετάβαση του διεθνούς συστήματος προς μια νέα κατάσταση ισορροπίας, περισσότερο σύνθετη και λιγότερο προβλέψιμη από εκείνη που κυριάρχησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Για σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση λειτουργούσε υπό την αίσθηση ότι η αμερικανική πρωτοκαθεδρία αποτελούσε μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς τάξης. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η στρατιωτική ισχύς του ΝΑΤΟ και η πολιτισμική ακτινοβολία του δυτικού μοντέλου δημιουργούσαν την εικόνα ενός κόσμου όπου οι μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές ανήκαν στο παρελθόν. Σήμερα όμως, η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να μεταβάλλεται με ταχύτητα.
Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε κεντρικό παγκόσμιο οικονομικό και τεχνολογικό παίκτη, η Ρωσία διατηρεί σημαντική στρατηγική επιρροή παρά τις κυρώσεις και τους περιορισμούς, ενώ πολλές χώρες του λεγόμενου Global South επιλέγουν όλο και συχνότερα μια πολιτική ευέλικτης ισορροπίας αντί της πλήρους ευθυγράμμισης με τη Δύση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα του Πούτιν δίπλα στον Σι Τζινπίνγκ λειτουργεί ως οπτική επιβεβαίωση μιας νέας ιστορικής φάσης.
Η Κίνα ως κέντρο βάρους της νέας εποχής
Το πιο ουσιαστικό μήνυμα της συνάντησης αφορά τη μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους προς την Ασία και ιδιαίτερα προς την Κίνα. Το Πεκίνο εμφανίζεται πλέον ως αναγκαίος συνομιλητής για όλους τους βασικούς διεθνείς παίκτες, είτε πρόκειται για τη Ρωσία είτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες είτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αίσθηση ότι οι μεγάλες αποφάσεις περνούν ολοένα περισσότερο μέσα από κινεζικούς υπολογισμούς γίνεται πλέον ορατή ακόμη και σε χώρες που μέχρι πρόσφατα αντιμετώπιζαν την Κίνα αποκλειστικά ως οικονομικό εταίρο.
Η κινεζική ισχύς δεν βασίζεται μόνο στο οικονομικό μέγεθος. Βασίζεται επίσης στην ικανότητα του Πεκίνου να συνδυάζει βιομηχανική παραγωγή, τεχνολογική ανάπτυξη, έλεγχο κρίσιμων πρώτων υλών και στρατηγική υπομονή. Η Κίνα αποφεύγει τις θεαματικές γεωπολιτικές κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει σταδιακά την επιρροή της σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αυτός ο τρόπος άσκησης ισχύος έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στη δυτική στρατηγική σκέψη. Για χρόνια, η θεωρία της «παγίδας του Θουκυδίδη» περιέγραφε τον κίνδυνο πολέμου ανάμεσα σε μια κατεστημένη υπερδύναμη και μια ανερχόμενη δύναμη. Σήμερα όμως, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η Κίνα επιχειρεί να αποφύγει ακριβώς αυτό το σενάριο, μετατρέποντας τη στρατηγική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών σε πηγή σταδιακής εξάντλησης για τη Δύση.
Η κινεζική ηγεσία μοιάζει να πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Η αμερικανική πολιτική πόλωση, οι δημοσιονομικές πιέσεις, η εσωτερική κόπωση των δυτικών κοινωνιών και οι δυσκολίες διατήρησης μιας ενιαίας στρατηγικής γραμμής θεωρούνται παράγοντες που μακροπρόθεσμα αποδυναμώνουν τη δυτική συνοχή. Υπό αυτή την έννοια, η Κίνα δεν χρειάζεται μια θεαματική γεωπολιτική νίκη. Χρειάζεται κυρίως σταθερή άνοδο και υπομονή.
Η Ρωσία ως καταλύτης της πολυπολικότητας
Η Ρωσία εισέρχεται σε αυτή τη νέα εποχή από διαφορετική θέση. Η οικονομική της βάση παραμένει σαφώς μικρότερη από εκείνη της Κίνας, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει περιορίσει σημαντικά τη σχέση της με τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, η Μόσχα εξακολουθεί να διαθέτει χαρακτηριστικά μεγάλης δύναμης, τα οποία της επιτρέπουν να επηρεάζει καθοριστικά τις παγκόσμιες εξελίξεις.
Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, οι ενεργειακοί πόροι, η στρατιωτική εμπειρία και η δυνατότητα παρέμβασης σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Αφρική καθιστούν τη Ρωσία κρίσιμο γεωπολιτικό παράγοντα. Επιπλέον, η αποτυχία της Δύσης να απομονώσει πλήρως τη Μόσχα ανέδειξε τα όρια της δυτικής επιρροής σε έναν κόσμο όπου πολλές χώρες ακολουθούν πλέον περισσότερο πραγματιστικές πολιτικές.
Η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, η Βραζιλία και αρκετές ακόμη αναδυόμενες δυνάμεις αποφεύγουν να ενταχθούν πλήρως σε ένα δυτικό ή αντιδυτικό στρατόπεδο. Επιδιώκουν συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ορισμένους τομείς, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Αυτή η ευελιξία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής πολυπολικότητας.
Ωστόσο, η σχέση Μόσχας και Πεκίνου παραμένει ασύμμετρη. Η Κίνα διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική και τεχνολογική ισχύ, γεγονός που της επιτρέπει να καθορίζει όλο και περισσότερο τους όρους της συνεργασίας. Η δυσκολία επίτευξης οριστικής συμφωνίας για τον αγωγό Power of Siberia 2 αποκαλύπτει ότι το Πεκίνο αντιμετωπίζει τη Ρωσία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα των δικών του στρατηγικών συμφερόντων.
Η ρωσοκινεζική σχέση επομένως δεν συνιστά συμμαχία ισότιμων εταίρων. Πρόκειται περισσότερο για μια στρατηγική σύγκλιση που στηρίζεται στην κοινή επιθυμία περιορισμού της δυτικής κυριαρχίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δύο πλευρές έχουν ταυτόσημους στόχους ή κοινή μακροπρόθεσμη οπτική για τη διεθνή τάξη.
Η κρίση στρατηγικής συνοχής της Δύσης
Το μεγαλύτερο ίσως ερώτημα που προκύπτει από τη συνάντηση στο Πεκίνο αφορά την ίδια τη Δύση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ. Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση στρατηγικής αυτοπεποίθησης που χαρακτήριζε τη Δύση στις δεκαετίες μετά το 1991 έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την αβεβαιότητα. Ο Τραμπ δεν αμφισβητεί μόνο συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Αμφισβητεί τη συνολική λογική της μεταπολεμικής αμερικανικής ηγεμονίας, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες όφειλαν να λειτουργούν ως εγγυητής της δυτικής τάξης πραγμάτων. Η πιο συναλλακτική προσέγγισή του απέναντι στο ΝΑΤΟ, οι επιφυλάξεις του για τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις ασφαλείας και η έμφαση στην εσωτερική οικονομική προτεραιότητα προκαλούν ανησυχία στην Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική ισχύ απέναντι στη ρωσική απειλή. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο ότι ενδέχεται να χρειαστεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία σε έναν κόσμο όπου οι αμερικανικές προτεραιότητες μεταβάλλονται.
Η απάντηση της Δύσης απέναντι στην άνοδο της Κίνας και τη ρωσοκινεζική σύγκλιση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε κυρώσεις ή στρατιωτική ανάσχεση. Η πραγματική πρόκληση αφορά την ικανότητα των δυτικών κοινωνιών να διατηρήσουν οικονομική δυναμική, τεχνολογική καινοτομία, πολιτική σταθερότητα και κοινωνική συνοχή. Σε μεγάλο βαθμό, το διεθνές κύρος της Δύσης συνδεόταν πάντοτε με την εικόνα λειτουργικών κοινωνιών που παρήγαν ευημερία, θεσμική αξιοπιστία και πολιτισμική επιρροή.
Σήμερα, οι εσωτερικές κρίσεις της Δύσης λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής γεωπολιτικής αδυναμίας. Η πολιτική πόλωση, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, οι μεταναστευτικές πιέσεις και η αίσθηση κοινωνικής ανασφάλειας δυσκολεύουν τη διαμόρφωση μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Αυτό ακριβώς φαίνεται να υπολογίζουν τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα.
Η προχθεσινή συνάντηση Πούτιν και Σι δεν σηματοδοτεί την άμεση κατάρρευση της δυτικής ισχύος ούτε την οριστική επικράτηση ενός νέου αντιδυτικού μπλοκ. Επιβεβαιώνει όμως ότι ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια περίοδο ιστορικής μετάβασης, όπου η ισχύς κατανέμεται πιο σύνθετα και οι παλαιές βεβαιότητες αμφισβητούνται ολοένα περισσότερο. Το βασικό ερώτημα για τη Δύση δεν αφορά μόνο το πώς θα περιορίσει τους ανταγωνιστές της. Αφορά κυρίως το αν μπορεί να ανανεώσει τη δική της πολιτική, οικονομική και στρατηγική συνοχή σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική επιστρέφει δυναμικά στο κέντρο της ιστορίας.