Οι πανεπιστημιακοί ξανά υπό πίεση: Η κανονικοποίηση της βίας και η σιωπή που επιχειρείται να επιβληθεί

Από τον Ρουβίκωνα στη Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου έως τον προπηλακισμό του Ιάκωβου Μιχαηλίδη και μια αλυσίδα επιθέσεων σε πανεπιστημιακούς, η ακαδημαϊκή ελευθερία δοκιμάζεται σε βάθος

Οι πανεπιστημιακοί ξανά υπό πίεση: Η κανονικοποίηση της βίας και η σιωπή που επιχειρείται να επιβληθεί
EUROKINISSI

Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν προκύπτει από μεμονωμένα επεισόδια, αλλά από τη συσσώρευση περιστατικών που συγκλίνουν σε ένα κοινό μοτίβο. Η επίθεση του Ρουβίκωνα στην κατοικία της καθηγήτριας του ΕΚΠΑ Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου και ο προπηλακισμός του αντιπρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ιάκωβου Μιχαηλίδη δεν είναι απλώς δύο γεγονότα της επικαιρότητας. Αποτελούν κρίκους μιας αλυσίδας που περιλαμβάνει τη διαπόμπευση του πρύτανη της ΑΣΟΕΕ το 2020, την επίθεση στον καθηγητή Κώστα Υφαντή στην Πάντειο τον Φεβρουάριο και μια σειρά μικρότερων αλλά όχι λιγότερο ενδεικτικών περιστατικών.

Η σταδιακή επανάληψη τέτοιων ενεργειών δημιουργεί μια συνθήκη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η βία, είτε λαμβάνει τη μορφή φυσικής πίεσης είτε συμβολικής στοχοποίησης, παύει να θεωρείται εξαίρεση και αρχίζει να ενσωματώνεται στην καθημερινότητα των πανεπιστημίων. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η άμεση επίπτωση στα πρόσωπα που βρίσκονται στο στόχαστρο, αλλά η διαμόρφωση ενός ευρύτερου κλίματος, μέσα στο οποίο η έκφραση άποψης συνδέεται με τον κίνδυνο στοχοποίησης.

Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται ακριβώς εδώ. Το πανεπιστήμιο, ως χώρος παραγωγής γνώσης και ελεύθερης διακίνησης ιδεών, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι διαφωνίες εκφράζονται χωρίς φόβο. Όταν όμως η διαφωνία μετατρέπεται σε πίεση με όρους επιβολής, η ελευθερία της γνώμης παύει να είναι δεδομένη και μετατρέπεται σε διακύβευμα που εξαρτάται από τη δυνατότητα του καθενός να αντέξει την πίεση.

Η στοχοποίηση της ιδιωτικής ζωής και η στρατηγική του εκφοβισμού

Η παρέμβαση του Ρουβίκωνα στην κατοικία της Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια απλή πράξη ακτιβισμού. Η επιλογή της ιδιωτικής κατοικίας ως χώρου δράσης αποκαλύπτει μια στρατηγική που επιδιώκει να μεταφέρει τη σύγκρουση πέρα από τα όρια της δημόσιας σφαίρας. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές, καθώς η στοχοποίηση δεν περιορίζεται στον επαγγελματικό ρόλο, αλλά επεκτείνεται στην προσωπική ζωή.

Αυτή η πρακτική έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Δημιουργεί ένα κλίμα στο οποίο η δημόσια έκφραση συνοδεύεται από τον φόβο ότι μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις που δεν θα περιορίζονται στο επίπεδο της κριτικής. Η ψυχολογική πίεση που ασκείται δεν είναι δευτερεύουσα, αλλά αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής. Ο στόχος δεν είναι μόνο η καταγγελία μιας θέσης, αλλά η αποθάρρυνση της δημόσιας παρουσίας.

Η επανάληψη παρόμοιων ενεργειών από τον Ρουβίκωνα δείχνει ότι δεν πρόκειται για τυχαία περιστατικά. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια λογική όπου η δημοσιότητα και ο συμβολισμός συνδυάζονται με την προσωπική στοχοποίηση. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική, ακόμη και όταν παρουσιάζεται ως πολιτική δράση, καταλήγει να λειτουργεί ως μηχανισμός εκφοβισμού.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και μια ευρύτερη αντίφαση. Οι πρακτικές αυτές εμφανίζονται συχνά ως υπεράσπιση της ελευθερίας ή ως αντίσταση απέναντι σε εξουσίες. Στην πράξη όμως περιορίζουν την ελευθερία εκείνων που στοχοποιούνται, καθώς επιχειρούν να τους αποτρέψουν από τη δημόσια έκφραση. Η μετατροπή της πολιτικής δράσης σε εργαλείο πίεσης απέναντι σε πρόσωπα αποτελεί μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Από τη διαπόμπευση στην άμεση σύγκρουση: Η κλιμάκωση της βίας

Η περίπτωση του Ιάκωβου Μιχαηλίδη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση, η οποία όμως συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη. Ο προπηλακισμός του μέσα στο κτίριο διοίκησης, παρουσία φοιτητών, εξωπανεπιστημιακών και μελών ΔΕΠ, δείχνει ότι η πίεση δεν περιορίζεται σε συμβολικές ενέργειες αλλά μπορεί να λάβει και άμεση μορφή.

Το περιστατικό αυτό δεν είναι μεμονωμένο. Η διαπόμπευση του πρύτανη της ΑΣΟΕΕ το 2020, όταν εξαναγκάστηκε να εμφανιστεί με πινακίδα στον λαιμό του, αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δημόσιας ταπείνωσης πανεπιστημιακού. Η εικόνα εκείνη δεν είχε μόνο συμβολική διάσταση, αλλά λειτούργησε ως μήνυμα προς ολόκληρη την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Η επίθεση στον Κώστα Υφαντή στην Πάντειο τον Φεβρουάριο, με την παρεμπόδιση εκδήλωσης και την έντονη στοχοποίησή του, επιβεβαιώνει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε διοικητικά πρόσωπα. Επεκτείνεται και σε πανεπιστημιακούς που συμμετέχουν σε δημόσιες συζητήσεις ή εκφράζουν απόψεις που προκαλούν αντιδράσεις.

Η σύνδεση αυτών των περιστατικών δείχνει μια σταδιακή κλιμάκωση. Από την παρέμβαση σε γραφεία και εκδηλώσεις, στη δημόσια διαπόμπευση και στη στοχοποίηση της ιδιωτικής ζωής, η βία αποκτά διαφορετικές μορφές αλλά διατηρεί την ίδια κατεύθυνση. Η επιδίωξη είναι η επιβολή μέσω πίεσης και όχι η πειθώ μέσω επιχειρημάτων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμετοχή μελών ΔΕΠ σε ορισμένες από αυτές τις ενέργειες, όπως στο ΑΠΘ. Όταν πανεπιστημιακοί, που έχουν θεσμικό ρόλο, εμπλέκονται σε πρακτικές πίεσης, η κρίση αποκτά εσωτερικό χαρακτήρα. Το πανεπιστήμιο δεν δέχεται μόνο εξωτερική πίεση, αλλά αντιμετωπίζει και μια μορφή εσωτερικής απονομιμοποίησης.

Η ευθύνη της πανεπιστημιακής κοινότητας και η ανάγκη θεσμικής θωράκισης

Η επανάληψη τέτοιων φαινομένων θέτει ένα σαφές ερώτημα για το πώς οφείλει να αντιδράσει η πανεπιστημιακή κοινότητα. Η στάση που θα επιλεγεί δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση συγκεκριμένων περιστατικών, αλλά τη διαμόρφωση ενός πλαισίου μέσα στο οποίο θα λειτουργούν τα πανεπιστήμια στο μέλλον.

Η ανοχή απέναντι σε πρακτικές εκφοβισμού, ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως πολιτική δράση, οδηγεί σε περαιτέρω κλιμάκωση. Όσο τέτοιες ενέργειες δεν συναντούν σαφή και συλλογική αντίδραση, τόσο ενισχύεται η αντίληψη ότι αποτελούν αποδεκτό μέσο πίεσης. Η πανεπιστημιακή κοινότητα οφείλει να υπερασπιστεί ενεργά την ελευθερία της γνώμης, όχι ως αφηρημένη αρχή, αλλά ως καθημερινή πρακτική, επιτρέποντας υπεύθυνα στην αστυνομία και τις αρχές να παρέμβουν όταν χρειάζεται.

Αυτό προϋποθέτει τη διαμόρφωση σαφών ορίων. Η διαφωνία, ακόμη και όταν είναι έντονη, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ακαδημαϊκής ζωής. Η μετάβαση όμως στη βία, είτε φυσική είτε συμβολική, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Η διάκριση αυτή δεν είναι θεωρητική εδώ, αλλά αφορά την ίδια τη λειτουργία των ιδρυμάτων.

Παράλληλα, η πολιτεία έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη δυσμενή συνθήκη. Η δέσμευση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για ενίσχυση της ασφάλειας στα πανεπιστήμια δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ένα πλήρως λειτουργικό πλαίσιο εφαρμογής. Η αδράνεια στη λήψη αποτελεσματικών μηχανισμών προστασίας αφήνει τα ιδρύματα εκτεθειμένα και ενισχύει την αίσθηση ατιμωρησίας. Πρέπει να εφαρμοστούν όλα όσα έχουν αποφασιστεί για την ελεγχόμενη είσοδο στα ΑΕΙ και να εξασφαλιστεί η προστασία του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού.

Η εμπέδωση της ασφάλειας δεν αφορά μόνο την παρουσία μέτρων, αλλά και την εφαρμογή τους με συνέπεια. Χωρίς αυτήν, οι κανόνες παραμένουν τυπικοί και δεν επηρεάζουν την πραγματικότητα. Ένα πανεπιστήμιο στο οποίο η ισχύς των ομάδων καθορίζει τα όρια του διαλόγου δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνδυασμό θεσμικής θωράκισης και συλλογικής στάσης. Η καταδίκη της βίας πρέπει να είναι καθολική και να μην εξαρτάται από την ιδεολογική ταυτότητα των δραστών ή των θυμάτων. Η επιλεκτική ευαισθησία υπονομεύει την αξιοπιστία της ίδιας της καταδίκης.

Η αλυσίδα των περιστατικών δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό, επειδή η επαναφορά της βίας στην καθημερινότητα των πανεπιστημίων συνιστά μια εξέλιξη που απειλεί τον πυρήνα της ακαδημαϊκής λειτουργίας, την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας.

Η ελευθερία της γνώμης και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες όταν η έκφρασή τους συνοδεύεται από τον φόβο της στοχοποίησης. Η υπεράσπισή τους απαιτεί σαφή στάση, θεσμική ενίσχυση και πολιτική βούληση, όχι μόνο στα λόγια, αλλά με ανάληψη δράσης.

Σε διαφορετική περίπτωση, το πανεπιστήμιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε χώρο όπου γι ακόμα μια φορά η ένταση υποκαθιστά τον διάλογο και η πίεση αντικαθιστά το επιχείρημα. Και μια τέτοια εξέλιξη δεν αφορά μόνο την ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά την ποιότητα της δημοκρατίας στο σύνολό της, σε μια περίοδο που οι θεσμοί βρίσκονται σε δοκιμασία.