Ο Νιόνιος που δεν χωρούσε πουθενά και η ειρωνεία της αποθέωσης

Ο Νιόνιος που δεν χωρούσε πουθενά και η ειρωνεία της αποθέωσης
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 21 Οκτωβρίου, και μαζί του έφυγε ένα κομμάτι της μεταπολιτευτικής μας φαντασίας.

Ο Νιόνιος υπήρξε τραγουδοποιός, αφηγητής και καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, υπήρξε μία αντιφατική φιγούρα, που μας αναγκάζει να σκεφτούμε.

Όμως, οι σημερινοί δραματικοί αποχαιρετισμοί, οι δηλώσεις των πολιτικών και η «εθνική συγκίνηση» φέρουν μέσα τους μία ειρωνεία, αφού η ίδια κοινωνία που τον χειροκροτεί τώρα, είναι η ίδια κοινωνία που τον είχε ακυρώσει, χλευάσει, ακόμα και αποκηρύξει όταν έπαψε να λέει αυτά που ήθελε εκείνη να ακούσει.

Από τον «Μπάλο» στον Μητσοτάκη

Ας βάλουμε λίγο τα πράγματα σε μία χρονική σειρά. Ο Σαββόπουλος του ’70 ανήκει στη ριζοσπαστική ψυχή της Αριστεράς. Τα τραγούδια του γίνονται ύμνοι της πολιτικής ανυπακοής και της νεανικής εξέγερσης.

Μέσα από τον «Μπάλο», το «Δημοσθένους Λέξις» ή το «Φορτηγό», έδωσε φωνή σε μία γενιά που έψαχνε να υπάρξει έξω από τη σιωπή της δικτατορίας.

Όμως, δεκαετίες μετά, ο ίδιος άνθρωπος μιλούσε για την «ωριμότητα» της χώρας και, μάλιστα, δήλωνε ότι «ελπίζω σε αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας». Αυτή η στροφή δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν πάνω από όλα συμβολική. Έδειχνε τη μετάβαση του καλλιτέχνη που, όπως και μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, πέρασε από την επαναστατική αμφισβήτηση στη θεσμική ασφάλεια.

Κι αυτό για πολλούς υπήρξε προδοσία ενώ για άλλους, ανθρώπινη φθορά.

Η Ελλάδα που αγαπά μόνο τους ακίνδυνους

Τις μέρες μετά τον θάνατό του, οι ίδιοι χώροι που κάποτε τον αποκαλούσαν «γραφικό», τώρα μιλούν με δάκρυα στα μάτια για τον «μεγάλο Διονύση». Η δε κυβέρνηση αποφάσισε η κηδεία του να γίνει δημοσία δαπάνη, ενώ πολιτικοί όλων των αποχρώσεων συναγωνίζονται σε φιλοφρονήσεις.

Μήπως, όμως, αυτή η «ομοφωνία» κρύβει μέσα της την πιο μεγάλη μας αδυναμία;

Η Ελλάδα αποδεικνύει διαρκώς ότι αγαπά τους καλλιτέχνες της μόνο όταν παύουν να μιλούν. Όταν πεθαίνουν, τους αγκαλιάζει γιατί δεν την ενοχλούν πια.

Ο ζωντανός Σαββόπουλος, με τις δηλώσεις του, τις ενοχές του, τις αντιφάσεις του, ήταν άβολος. Ο νεκρός Σαββόπουλος είναι «σύμβολο».

Και κάπως έτσι, τα δάκρυα και τα λουλούδια καταπίνουν την κριτική.

Η μνήμη χωρίς αγιογραφίες

Η Αριστερά είχε κάθε λόγο να κρατά διπλή στάση απέναντί του. Αφενός να θυμάται με ευγνωμοσύνη τον Σαββόπουλο που τραγούδησε «η Δημοκρατία είναι σαν το ποδήλατο» και αφενός να μην ξεχνά τον Σαββόπουλο που συμβολικά ευλόγησε την αυταρέσκεια της δεξιάς.

Ουσιαστικά ο θάνατός του δεν είναι ευκαιρία για θρήνο, αλλά για στοχασμό.

Να θυμηθούμε πως η τέχνη μπορεί να είναι πολιτική χωρίς να είναι κομματική. Πως η ελευθερία της σκέψης δεν είναι προνόμιο, αλλά υποχρέωση.

Η ειρωνία της αποθέωσης

Η μεγαλύτερη ειρωνία των αποχαιρετισμών είναι πως συχνά πνίγουν ό, τι πιο ζωντανό είχαν οι άνθρωποι που χάσαμε, και αυτό είναι η σύγκρουση.

Αν, λοιπόν, κάτι άξιζε περισσότερο από όλα στον Σαββόπουλο, ήταν αυτή η διαρκής ανησυχία, το «μην με παρεξηγείτε» που επανερχόταν σε κάθε του φράση.

Αν θέλουμε να τον τιμήσουμε, ας μην τον αγιοποιήσουμε. Ας κρατήσουν οι χοροί, αλλά με μάτια ανοιχτά.