Ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς και η αλλαγή φιλοσοφίας στην κοινωνική πολιτική
Η πρόταση Μητσοτάκη για κλειστό λογαριασμό ανηλίκων επιχειρεί μια ουσιαστική μετατόπιση στην κοινωνική πολιτική, καθώς συνδέει την κρατική στήριξη με την αποταμίευση, τη διάρκεια και τη δημιουργία προσωπικού κεφαλαίου για κάθε νέο
Ανάμεσα στις εξαγγελίες της ΔΕΘ, ο «κουμπαράς» για τη νέα γενιά μπορεί εύκολα να χαθεί πίσω από τις φορολογικές μειώσεις, τις αυξήσεις εισοδημάτων και τα μέτρα άμεσης οικονομικής ανακούφισης. Η πραγματική του σημασία βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι κοιτάζει πολύ πιο μακριά. Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για έναν κλειστό λογαριασμό στο όνομα του παιδιού, στον οποίο το κράτος θα καταθέτει το ίδιο ποσό με τους γονείς μέχρι το προβλεπόμενο ετήσιο όριο, εισάγει μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να σημαίνει κοινωνική πολιτική.
Η λογική της εξαγγελίας είναι απλή. Αν η οικογένεια καταθέτει 20 ευρώ τον μήνα, το Δημόσιο προσθέτει άλλα 20. Αν καταθέτει 50, η κρατική συνεισφορά γίνεται 50. Με κατάθεση 100 ευρώ τον μήνα εξαντλείται, με τα σημερινά δεδομένα, το ανώτατο όριο των 1.200 ευρώ κρατικής συμμετοχής κάθε χρόνο. Το ποσό των 100 ευρώ, επομένως, δεν λειτουργεί ως προϋπόθεση εισόδου στο πρόγραμμα. Αποτελεί το σημείο στο οποίο αξιοποιείται πλήρως η προβλεπόμενη δημόσια ενίσχυση.
Αυτή η αναλογικότητα έχει πολιτική σημασία. Το κράτος δεν περιορίζεται σε μια εφάπαξ παροχή που εξαφανίζεται μέσα στις ανάγκες του επόμενου μήνα. Προσπαθεί να δημιουργήσει κίνητρο για μια σταθερή οικογενειακή αποταμίευση, την οποία ενισχύει με δημόσιους πόρους και τη μετατρέπει σταδιακά σε περιουσιακό στοιχείο του παιδιού. Πρόκειται για μια πολιτική που απευθύνεται στο μέλλον του νέου και όχι μόνο στο σημερινό οικογενειακό εισόδημα.
Από το επίδομα στο προσωπικό κεφάλαιο
Για πολλά χρόνια η ελληνική συζήτηση γύρω από την κοινωνική πολιτική περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το ύψος των επιδομάτων και τον αριθμό των δικαιούχων. Η οικονομική κρίση έκανε αυτή τη λογική αναγκαία σε πολλές περιπτώσεις, επειδή μεγάλα τμήματα της κοινωνίας χρειάζονταν άμεση προστασία. Η ίδια συνταγή δεν μπορεί να απαντήσει σε κάθε πρόβλημα μιας οικονομίας που προσπαθεί πλέον να αυξήσει μισθούς, επενδύσεις και ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
Ο λογαριασμός για τους ανηλίκους κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Αν μια οικογένεια αποταμιεύει 100 ευρώ τον μήνα, η ετήσια δική της συμμετοχή φτάνει τα 1.200 ευρώ και το κράτος προσθέτει άλλα τόσα. Σε δεκαοκτώ χρόνια, χωρίς να συνυπολογιστούν αποδόσεις, το συνολικό κεφάλαιο από τις καταβολές φτάνει τα 43.200 ευρώ. Το παιδί αποκτά έτσι μια οικονομική βάση που μπορεί να αξιοποιήσει στη στιγμή κατά την οποία αρχίζει να παίρνει τις πρώτες μεγάλες αποφάσεις της ενήλικης ζωής.
Η διαφορά από ένα ακόμη επίδομα βρίσκεται ακριβώς στη διάρκεια και στη συσσώρευση. Ένα μηνιαίο βοήθημα στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα και καλύπτει τρέχουσες ανάγκες. Ένας λογαριασμός δεκαοκτώ ετών χτίζει κεφάλαιο. Η πολιτική επιλογή πίσω από το μέτρο δείχνει μια κυβέρνηση που προσπαθεί να περάσει από την απλή αναδιανομή εισοδήματος στη δημιουργία αποθέματος πλούτου για τη νέα γενιά.
Η συζήτηση για τα ποσά που μπορεί να ξεπεράσουν τις 60.000 ευρώ χρειάζεται βέβαια ακρίβεια. Οι καταβολές από μόνες τους δεν οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα. Χρειάζονται επενδυτικές αποδόσεις σε βάθος χρόνου. Εδώ θα κριθεί ένα σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας του σχεδιασμού, επειδή πρέπει να αποσαφηνιστούν ο τρόπος διαχείρισης, το κόστος, το επίπεδο κινδύνου και οι εγγυήσεις που θα συνοδεύουν το προϊόν.
Η κυβέρνηση έχει επομένως μπροστά της ένα διπλό καθήκον. Πρέπει να διατηρήσει το πρόγραμμα απλό για τον πολίτη και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει ότι η επενδυτική του πλευρά θα λειτουργεί με διαφάνεια, χαμηλές προμήθειες και συνετή διαχείριση.
Μια ιδέα που έχει δοκιμαστεί διεθνώς
Η ελληνική πρόταση δεν προκύπτει στο κενό. Χώρες με διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά μοντέλα έχουν εφαρμόσει προγράμματα που αποσκοπούν στη δημιουργία κεφαλαίου για τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία.
Η Σιγκαπούρη αποτελεί το πιο κοντινό παράδειγμα ως προς τη λογική της κρατικής αντιστοίχισης. Το κράτος ενισχύει τις οικογενειακές καταθέσεις μέχρι συγκεκριμένο όριο, ώστε οι γονείς να έχουν σαφές κίνητρο να αποταμιεύουν για το παιδί τους. Το Ισραήλ ακολουθεί πιο καθολική προσέγγιση, καθώς πραγματοποιεί κρατική κατάθεση για κάθε παιδί και επιτρέπει στους γονείς να αυξήσουν το ποσό με δική τους συμμετοχή.
Ο Καναδάς έχει επίσης αναπτύξει ένα σύστημα στο οποίο η δημόσια ενίσχυση συνδέεται με οικογενειακές αποταμιεύσεις για τις σπουδές των παιδιών, με πρόσθετη προστασία για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η Βρετανία, μέσω του Child Trust Fund, δημιούργησε λογαριασμούς που παρέμεναν κλειδωμένοι μέχρι την ενηλικίωση και χρηματοδοτούνταν αρχικά από το κράτος.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο πυρήνας της ιδέας έχει εφαρμοστεί σε οικονομίες που έδωσαν έμφαση στη μακροχρόνια αποταμίευση και στην οικοδόμηση προσωπικού κεφαλαίου. Δείχνει επίσης ότι ο σχεδιασμός χρειάζεται προσοχή, ώστε το πρόγραμμα να μη λειτουργεί κυρίως υπέρ όσων μπορούν ήδη να αποταμιεύουν περισσότερο.
Ακριβώς εδώ θα πρέπει να αναζητήσει η κυβέρνηση τη βελτίωση του ελληνικού μοντέλου. Η αρχική αρχιτεκτονική του ένα προς ένα είναι ισχυρή και εύκολα κατανοητή. Μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο κοινωνικό βάθος αν συνοδευτεί από ένα βασικό ποσό κρατικής συμμετοχής για κάθε παιδί ή από αυξημένη επιδότηση για νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος.
Μια τέτοια επιλογή θα ενίσχυε την κοινωνική κινητικότητα, επειδή το παιδί μιας οικογένειας με περιορισμένη οικονομική δυνατότητα θα μπορούσε να ξεκινά την ενήλικη ζωή με ουσιαστικό κεφάλαιο που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από το εισόδημα των γονέων του.
Το πλεονέκτημα του ένα προς ένα και η κοινωνική πρόκληση
Η ισόποση κρατική συμμετοχή είναι το πιο ισχυρό στοιχείο της πρότασης. Ο γονέας που βάζει 500 ευρώ βλέπει το κεφάλαιο του παιδιού να φτάνει αμέσως τα 1.000 ευρώ πριν καν υπολογιστούν αποδόσεις. Οικονομικά, το κίνητρο είναι εξαιρετικά ισχυρό και δημιουργεί έναν προφανή λόγο για να ξεκινήσει κάποιος αποταμίευση από τη γέννηση του παιδιού του.
Ακόμη και οι μικρές καταθέσεις αποκτούν αξία. Μια οικογένεια που μπορεί να διαθέσει μόνο 20 ευρώ τον μήνα θα αποταμιεύει 240 ευρώ τον χρόνο και το κράτος θα προσθέτει άλλα 240. Μέσα σε δεκαοκτώ χρόνια οι συνολικές καταβολές θα φτάσουν τα 8.640 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται αποδόσεις. Για μια οικογένεια με περιορισμένο εισόδημα, το ποσό αυτό μπορεί να αποτελέσει σημαντική βοήθεια όταν το παιδί αρχίζει σπουδές ή κάνει τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα.
Η κοινωνική πρόκληση βρίσκεται στο γεγονός ότι η μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης οδηγεί και σε μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση. Οι οικογένειες που μπορούν να φτάσουν κάθε χρόνο στο ανώτατο όριο θα αξιοποιήσουν το πρόγραμμα περισσότερο. Εκείνες που δυσκολεύονται να διαθέσουν ακόμη και ένα μικρό ποσό θα λάβουν μικρότερη δημόσια συμμετοχή.
Το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της πρότασης. Ένα ελάχιστο ετήσιο ποσό από το κράτος για κάθε παιδί θα διασφάλιζε ότι κανένας νέος δεν θα έφτανε στην ενηλικίωση με μηδενικό κεφάλαιο επειδή οι γονείς του δεν είχαν τη δυνατότητα να αποταμιεύσουν. Πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί η αντιστοίχιση, η οποία επιβραβεύει όσους επιλέγουν να βάζουν χρήματα στην άκρη.
Ένα τέτοιο σύστημα θα υπηρετούσε ταυτόχρονα την αποταμίευση και την κοινωνική συνοχή. Θα έδινε κίνητρο στις οικογένειες που μπορούν να αποταμιεύσουν και θα παρείχε προστασία στα παιδιά εκείνων που έχουν μικρότερη οικονομική δυνατότητα.
Μια πολιτική που θα κριθεί σε βάθος δεκαετιών
Η εξαγγελία έχει και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στη λογική ότι η κοινωνική πολιτική πρέπει να στηρίζεται σε μια οικονομία που παράγει περισσότερο εισόδημα, μειώνει φόρους και δημιουργεί ευκαιρίες απασχόλησης. Ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς προσθέτει σε αυτή την κατεύθυνση ένα νέο στοιχείο, καθώς επιχειρεί να ενθαρρύνει την απόκτηση προσωπικού κεφαλαίου από πολύ μικρή ηλικία.
Αυτό διαφοροποιεί το μέτρο από την παλαιότερη πολιτική συζήτηση, όπου η επιτυχία μιας κοινωνικής παρέμβασης μετριόταν συχνά από το ύψος της άμεσης παροχής. Εδώ η αξία θα κριθεί από το ποσό που θα έχει συσσωρευτεί έπειτα από δεκαοκτώ χρόνια και από τις δυνατότητες που θα δώσει τότε στον νέο άνθρωπο.
Για να φτάσουμε εκεί, ο σχεδιασμός πρέπει να είναι ανθεκτικός στον χρόνο. Οι προμήθειες χρειάζεται να παραμείνουν χαμηλές. Το επενδυτικό ρίσκο πρέπει να μειώνεται όσο πλησιάζει η ενηλικίωση. Η διαχείριση οφείλει να είναι απολύτως διαφανής. Η πρόσβαση του γονέα στις πληροφορίες του λογαριασμού χρειάζεται να είναι άμεση και ψηφιακή. Χρειάζονται επίσης αυστηρά οριοθετημένες εξαιρέσεις για πολύ σοβαρές οικογενειακές ανάγκες.
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν θεσμό που θα ξεπεράσει έναν εκλογικό κύκλο και θα αξιολογηθεί πραγματικά σε βάθος δεκαετιών. Αν ο λογαριασμός οργανωθεί σωστά, η συζήτηση για την κοινωνική πολιτική μπορεί να αποκτήσει μια νέα διάσταση, όπου η στήριξη του πολίτη θα συνδέεται και με τη δυνατότητα να αποκτήσει περιουσιακή βάση πριν ξεκινήσει την ενήλικη ζωή.
Εκεί βρίσκεται και το πολιτικό ενδιαφέρον της πρότασης. Η κυβέρνηση επιχειρεί να πει ότι η κοινωνική πολιτική του μέλλοντος δεν μπορεί να εξαντλείται στη διανομή χρημάτων για τις ανάγκες του παρόντος. Χρειάζεται να βοηθά τον πολίτη να χτίζει κάτι που θα παραμένει δικό του και θα του δίνει περισσότερες επιλογές αργότερα.
Αν ο «κουμπαράς» αποκτήσει καθολικότητα, κοινωνική στόχευση και σοβαρό επενδυτικό σχεδιασμό, μπορεί να γίνει μια από τις πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που παρουσιάστηκαν στη φετινή ΔΕΘ. Η πραγματική του αξία θα φανεί όταν το πρώτο παιδί που θα ενταχθεί στο πρόγραμμα φτάσει στα 18 και βρεθεί μπροστά στην ενήλικη ζωή έχοντας ήδη ένα κεφάλαιο στο όνομά του. Τότε θα μπορεί να κριθεί αν η σημερινή εξαγγελία κατάφερε να μετατρέψει μια κρατική ενίσχυση σε πραγματικό εφόδιο για την επόμενη γενιά.