Ο Akylas, η Eurovision και η «ελληνικότητα»
Πίσω από τη διαμάχη για το Ferto, αναδύεται ξανά το παλιό ελληνικό άγχος: ποιοι είμαστε όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη της Ευρώπης.
Η επιλογή του Akylas ως ελληνικής συμμετοχής στη Eurovision προκάλεσε γνώριμα ρεύματα αγανάκτησης και θαυμασμού. Ξανακούσαμε «Πατώσαμε», «Ντροπή», «Αυτό δεν μας εκπροσωπεί», «Πού είναι η μουσική μας παράδοση;». Και ως είθισται, η υπερβολή γέννησε την αντίδραση: ενθουσιασμός και υπεράσπιση του «νέου» απέναντι στο «παλιό».
Το Ferto, η πέτρα του σκανδάλου, καταγγέλλεται ως ύμνος στον ναρκισσισμό και τον καταναλωτισμό: στίχοι για κοσμήματα, σκάφη, σούσι, και προκλητικό πλούτο. Όμως η εν λόγω ανάγνωση είναι επιδερμκή. Η επιθυμία για δόξα, για κοινωνική αποκατάσταση, για αναγνώριση, δεν είναι ξένη στη λαϊκή μας παράδοση. Αντίθετα, βρίσκεται στην καρδιά της. Ο μάγκας, ο ρεμπέτης, ο μερακλής, ο φτωχός που γλεντάει «για να ξεχάσει», είναι πανταχού παρών. Από τον Παπαϊωάννου ως τον Ρέμο, η ελληνική ψυχή ποτέ δεν αποκήρυξε τον ευδαιμονισμό. Αντίθετα, τον απενοχοποίησε.
Ο Akylas που μεγάλωσε φτωχός, τραγουδά: «Θα πάρω πίσω όλα αυτά που μας στέρησαν». Φωνή διεκδίκησης, όχι υπεροψίας. Η γενιά του -η γενιά των μνημονίων και των πανδημικών εγκλεισμών- έμαθε να επιβιώνει μέσα σε δυσκολίες, έμαθε να αντιμετωπίζει τις αναποδιές με ειρωνεία και φανταχτερά σύμβολα. Όσα ακούγονται ξένα στα αυτιά των μεγαλύτερων, είναι απλώς η νεώτερη διάλεκτος.
Η όλη συζήτηση λοιπόν δεν αφορά τη μουσική αυτή καθαυτή, αλλά την ελληνικότητά της. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Τι ακριβώς σημαίνει αυθεντική ελληνική μουσική; Σε ποια εποχή αναφερόμαστε όταν αποπειρώμαστε να την εξετάσουμε; Στον 19ο αιώνα, όταν οι λόγιοι εξευγένιζαν τα δημοτικά για να τα καταστήσουν… φράγκικα; Στο Μεσοπόλεμο, όταν ο Μεταξάς απαγόρευε τα ρεμπέτικα για λόγους ηθικής; Στα ’60s, όταν ο Καζαντζίδης θεωρούνταν υπερβολικά λαϊκός και οι «γιεγιέδες» αντιμετωπίζονταν από τη χωροφυλακή ως ύποπτοι; Στα ’80s, όταν τα μπουζουξίδικα απορρίπτονταν από τους κουλτουριάρηδες; Ή στα ’90s, όταν το έντεχνο μονοπώλησε την αισθητική νομιμότητα, πνίγοντας κάθε άλλο ήχο;
Κάθε εποχή, η ίδια ρητορική. Κάθε γενιά, τα ίδια επιχειρήματα για το τι είναι γνήσιο. Ωστόσο η νεότερη ελληνική μουσική δεν είναι ούτε καθαρή, ούτε ενιαία· είναι αμάλγαμα, μεταίχμιο, πείραμα. Είναι μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην απαίτηση να ανήκουμε στον δυτικό κόσμο και στην ανάγκη να διατηρούμε την ιδιοπροσωπία μας. Όπως οι φίρμες της δεκαετίας του ’50 έφεραν το μπουζούκι στα καλά σαλόνια, έτσι και τώρα οι νέοι φέρνουν το autotune στα καθιστικά μας. Δεν υπάρχει εδώ κάποια πολιτιστική προδοσία· μόνο συνέχιση, μα με άλλα μέσα.
Η μουσική ιστορία μας είναι γεμάτη σχετικά παραδείγματα. Ο Σκαλκώτας στην ακμή του πέρασε σχεδόν απαρατήρητος. Τα ρεμπέτικα που χαρακτηρίζονταν κάποτε «οχετός», είναι σήμερα άυλη κληρονομιά της UNESCO. Ο Τσιτσάνης, που τον ειρωνεύονταν οι καθωσπρέπει, αποκαλείται εθνικό σύμβολο. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης θεωρήθηκε υπερβολικά πολιτικοποιημένος, κι ας μην αναφερθούμε σε όσα άκουγε ο Χατζηδάκις. Ο τόσο επιδραστικός Ξενάκης δεν έτυχε αναγνώρισης στην πατρίδα του. Τώρα πια, όλοι τους συναποτελούν τη ραχοκοκαλιά αυτού που αποκαλούμε παράδοση. Τουτέστιν , η παράδοσή μας είναι συχνά η αναβίωση του άλλοτε περιθωριοποιημένου.
Και ούτως ή άλλως, η Eurovision δεν είναι φεστιβάλ λαογραφίας. Είναι ένας διεθνής διαγωνισμός ποπ κουλτούρας, ένα… ρίνγκ με τους δικούς του κανόνες: θεατρικότητα, ρυθμός, θεματολογία που μεταφράζεται εύκολα από γλώσσα σε γλώσσα. Είναι ένα πεδίο όπου ο ρομαντισμός της εθνικής ιδιαιτερότητας συγκρούεται με την ψυχρή στρατηγική του marketing. Όποιος αγνοεί το γεγονός αυτό, αγνοεί τα βασικά. Από αυτή την άποψη, το Ferto είναι απολύτως εύστοχη επιλογή. Δεν εκπροσωπεί κάτι εθνικό, αλλά συντονίζεται αρμονικά με ό,τι είναι η Eurovision: μια αρένα που ανταμείβει την ευρηματική υπερβολή.
Όσοι λοιπόν επαναλαμβάνουν «αυτό δεν μας εκπροσωπεί», στην πραγματικότητα εννοούν κάτι άλλο. Δεν τους ενοχλεί το τραγούδι αυτό καθαυτό – τους ενοχλεί η απεικόνισή τους μέσα από αυτό. Όπως προείπαμε, το έθνος μας συγκρούεται εδώ και αιώνες ανάμεσα σε δύο εαυτούς: από τη μια, εκείνον της αρχαίας δόξας και της πολιτιστικής υπεροχής μεταξύ δύο κόσμων· από την άλλη τον νεωτερικό, αυτόν που αγωνία να μετέχει στη Δύση, να είναι πάντα εκσυγχρονιστικός. Με οποιαδήποτε αφορμή -στη Eurovision, στη διπλωματική εκπροσώπηση, στον κλασικό αθλητισμό, στο εξαγωγικό μάρκετινγκ, στα σόσιαλ- η σύγκρουση αυτή αναζωπυρώνεται.
Εδώ εντοπίζεται το αληθινό ζήτημα: όχι αν το Ferto είναι καλό ή κακό τραγούδι, αλλά ποιά εκδοχή της ελληνικότητας προτιμούμε να προβάλλουμε έξω. Η Ελλάδα όμως δεν είναι υποχρεωμένη να διαλέξει ανάμεσα στον Μπιθικώτση και στον Akylas. Μπορούν άνετα να συνυπάρχουν, όπως συνυπήρξαν ο Καλομοίρης με τον Βαμβακάρη, το Νέο Κύμα με τα σκυλάδικα, τα ελαφρολαϊκά με τα Ξύλινα Σπαθιά. Η μουσική μας ταυτότητα δεν είναι ένα στατικό μουσειακό έκθεμα. Είναι ζωντανός οργανισμός, και όποιος προσπαθεί να τη διατηρήσει «καθαρή», απλώς τη νεκρώνει. Η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής μουσικής είναι μια πορεία διαρκούς αναστάτωσης, και ίσως αυτή είναι η ομορφιά της. Η συζήτηση γύρω από τον Akylas θα ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκαν όλες οι προηγούμενες.
Πάντως τα παιδιά μας δεν οφείλουν να απολογηθούν για τα ακούσματά τους. Αν κάτι πρέπει να μας προβληματίζει ως γονείς, δεν είναι οι στίχοι ενός τραγουδιού που τους αρέσει, αλλά η πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Δεν είναι ο Akylas που… εκμαυλίζει τη νεολαία μας· είναι σύμπασα η κοινωνία που την αφήνει έρμαιο του εύκολου πλουτισμού, του τζόγου, της ύπουλης διαφήμισης, του ηθικού και πνευματικού σχετικισμού. Αν ψάχνουμε κάτι πραγματικά επικίνδυνο για τα παιδιά μας, δεν βρίσκεται στη σκηνή της Eurovision, αλλά στις ακατάπαυστες διαφημίσεις για στοιχήματα.
Η μουσική, όσο κι αν αλλάζει εξελισσόμενη, παραμένει το καταφύγιο όσων αναζητούν τρόπο έκφρασης. Εάν αυτός ο τρόπος έκφρασης περιλαμβάνει ακραία εμφάνιση και ύμνους στη χλιδή, ίσως σημαίνει ότι οι νέοι νιώθουν πως δεν χάνουν τίποτα περιφρονώντας τους κανόνες. Αντί να σπεύδουμε βιαστικά να τους καταδικάσουμε, καλό είναι να τους ακούσουμε.