Μια ανεπίτρεπτη φίμωση στη σκιά του Ολοκαυτώματος

Πώς η πολιτική δειλία και οι ιδεολογικές εμμονές της Περιφέρειας Θεσσαλίας αλλοίωσαν τη μνήμη και διάβρωσαν την ελευθερία του λόγου.

Μια ανεπίτρεπτη φίμωση στη σκιά του Ολοκαυτώματος
ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ/EUROKINISSI

Η ακύρωση της ομιλίας του Σάκη Μουμτζή από εκδήλωση μνήμης για το Ολοκαύτωμα στον Βόλο εκ μέρους της Περιφέρειας Θεσσαλίας, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη επεισόδιο τοπικής επικαιρότητας, ούτε να αποδοθεί απλώς σε μια ακόμη ατυχή διαχειριστική επιλογή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για μια απόφαση που, ακριβώς επειδή ελήφθη στο πλαίσιο μιας τελετής αφιερωμένης στα θύματα της μεγαλύτερης γενοκτονίας του 20ού αιώνα, αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό και ηθικό βάρος, δημιουργώντας εξίσου δυσάρεστους συνειρμούς.

Όταν ένας ομιλητής, του οποίου η συμμετοχή έχει ήδη εγκριθεί θεσμικά και έχει συμπεριληφθεί στο επίσημο πρόγραμμα της εκδήλωσης, απομακρύνεται εκ των υστέρων επειδή εκφράστηκαν αντιδράσεις από οργανωμένους κύκλους, τότε εγκαθιδρύεται στην πράξη μια λογική ιδεολογικού βέτο. Η δημόσια σφαίρα παύει να λειτουργεί ως χώρος πολυφωνίας και μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης πίεσης, όπου εκείνος που απειλεί με ένταση ή αποχή αποκτά προνομιακό ρόλο στη διαμόρφωση των επιλογών των θεσμών.

Αυτή η εξέλιξη δεν αφορά μόνο το πρόσωπο του Σάκη Μουμτζή, αλλά πολύ περισσότερο αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία και τα όριά της.

Η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος έχει καθιερωθεί ακριβώς για να υπενθυμίζει πού μπορεί να οδηγήσει η σταδιακή διάβρωση των δικαιωμάτων, όταν η κοινωνία συνηθίζει στις μικρές υποχωρήσεις και οι θεσμοί μαθαίνουν να προσαρμόζονται στον φόβο. Η παιδευτική της λειτουργία συνδέεται άμεσα με την ανάγκη να διατηρείται ζωντανός ο δημόσιος διάλογος, ακόμη και όταν αυτός προκαλεί εντάσεις. Όταν όμως μια τέτοια εκδήλωση μετατρέπεται σε χώρο αποκλεισμών, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαθιά προβληματικό.

Η επίκληση του κινδύνου επεισοδίων, η οποία προβλήθηκε ως βασική αιτιολογία, δεν συνιστά επαρκή δικαιολογία για την περιστολή της ελευθερίας του λόγου. Αντί να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή της εκδήλωσης και να προστατευθεί το δικαίωμα της έκφρασης, επιλέχθηκε η λύση της απομάκρυνσης του ομιλητή. Πρόκειται για επιλογή που αποκαλύπτει πολιτική δειλία και θεσμική αδυναμία, αφού μεταθέτει το κόστος της έντασης σε εκείνον που καλείται να σιωπήσει.

Από την έκφραση της μνήμης, στον δογματικό αποκλεισμό

Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη το προφίλ του αποκλεισμένου ομιλητή. Ο Σάκης Μουμτζής έχει διατυπώσει επανειλημμένα δημόσιες θέσεις υπέρ του Ισραήλ και κατά του αντισημιτισμού, στηριζόμενος σε ιστορική τεκμηρίωση και γεωπολιτική ανάλυση. Ο λόγος του δεν χαρακτηρίζεται από απλουστεύσεις ή συνθηματολογία, αλλά από προσπάθεια ερμηνείας σύνθετων πραγματικοτήτων μέσα από δεδομένα και πηγές.

Παρόλα αυτά, οι αντιδράσεις που προηγήθηκαν της ακύρωσης δεν αφορούσαν το περιεχόμενο της προγραμματισμένης ομιλίας του για το Ολοκαύτωμα, αλλά τη συνολική δημόσια παρουσία του και τις απόψεις του για το Ισραήλ. Με άλλα λόγια, δεν κρίθηκε μια συγκεκριμένη παρέμβαση, αλλά στοχοποιήθηκε ένα πρόσωπο.

Εδώ ακριβώς αναδύεται το στοιχείο του ιδεολογικού αποκλεισμού.

Όταν μια φιλοϊσραηλινή τοποθέτηση, εκφρασμένη με επιστημονικό τρόπο, αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα σε εκδήλωση μνήμης της εβραϊκής γενοκτονίας, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια σύγχρονη, συχνά συγκαλυμμένη εκδοχή αντισημιτισμού. Δεν εκδηλώνεται μέσα από ανοιχτές ρατσιστικές διακηρύξεις, αλλά μέσα από την απονομιμοποίηση όσων υπερασπίζονται το δικαίωμα ύπαρξης και ασφάλειας του εβραϊκού κράτους.

Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Σε μια τελετή αφιερωμένη στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, αποκλείεται ένας ομιλητής επειδή οι πολιτικές του θέσεις δεν είναι αρεστές σε συγκεκριμένους χώρους. Η μνήμη μετατρέπεται σε φίλτρο ιδεολογικής καθαρότητας και η ιστορία σε αντικείμενο επιτήρησης.

Το πρόβλημα, ωστόσο, υπερβαίνει το συγκεκριμένο περιστατικό. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι ότι η πρόσβαση στον δημόσιο λόγο εξαρτάται από την ανοχή οργανωμένων ομάδων. Σήμερα απομακρύνεται ένας δημοσιογράφος. Αύριο μπορεί να βρεθεί στην ίδια θέση ένας πανεπιστημιακός, ένας συγγραφέας ή οποιοσδήποτε πολίτης εκφράζει μη αποδεκτές απόψεις.

Μέσα από τέτοιες πρακτικές καλλιεργείται σταδιακά η αυτολογοκρισία. Οι θεσμοί μαθαίνουν να προσαρμόζονται στις πιο επιθετικές μειοψηφίες, ενώ οι πολίτες εσωτερικεύουν τα όρια του επιτρεπτού. Ο δημόσιος χώρος συρρικνώνεται, όχι με θεαματικό τρόπο, αλλά μέσα από μια σειρά φαινομενικά μικρών υποχωρήσεων.

Η ιστορική εμπειρία του Ολοκαυτώματος δείχνει ότι οι μεγάλες τραγωδίες δεν ξεκινούν απότομα. Προηγούνται περίοδοι σιωπής, αποκλεισμών και κανονικοποίησης της φίμωσης. Γι’ αυτό και κάθε τέτοιο περιστατικό χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και καθαρό λόγο.

Η καταδίκη της ακύρωσης της ομιλίας Μουμτζή από την Περιφέρεια Θεσσαλίας, οφείλει να είναι απερίφραστη. Όχι ως πράξη προσωπικής υπεράσπισης, αλλά ως υπεράσπιση μιας θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής. Η ελευθερία της έκφρασης αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο ακριβώς όταν δοκιμάζεται από πιέσεις και αντιδράσεις.

Όσοι είχαν τη θεσμική ευθύνη για τη διοργάνωση της εκδήλωσης όφειλαν να σταθούν στο ύψος της ιστορικής συγκυρίας. Να διασφαλίσουν την παρουσία του προσκεκλημένου ομιλητή και να καταστήσουν σαφές ότι η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν υπόκειται σε πολιτικούς συσχετισμούς. Επιλέγοντας την υποχώρηση, μετέτρεψαν μια εκδήλωση μνήμης σε παράδειγμα θεσμικής αδυναμίας ή πολύ περισσότερο σε αντικείμενο πολιτικής λογοκρισίας από ένα κρατικό όργανο.

Η κοινωνία χρειάζεται να απορρίψει αυτή τη λογική και να απαιτήσει δημόσιους χώρους πραγματικής πολυφωνίας, όπου οι τεκμηριωμένες απόψεις έχουν θέση ακόμη κι όταν προκαλούν. Η ουσιαστική τιμή στα θύματα του Ολοκαυτώματος δεν βρίσκεται σε αποστειρωμένες τελετές, αλλά στη διαρκή υπεράσπιση της ελευθερίας, της ιστορικής αλήθειας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν αυτά υποχωρούν, ακόμη και στο όνομα της ηρεμίας, η μνήμη αλλοιώνεται και η δημοκρατία φτωχαίνει.