Μετά τους δύο, θα έρθει και ο Σαμαράς ως τρίτος;
Όταν η πολιτική επιστρέφει στο παρελθόν την ώρα που η κοινωνία αναζητά απαντήσεις για το μέλλον
Η ίδρυση της «Ελπίδας για την Ελλάδα» από τη Μαρία Καρυστιανού και της «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης» από τον Αλέξη Τσίπρα άνοιξε έναν νέο κύκλο συζητήσεων για το μέλλον του ελληνικού κομματικού συστήματος. Ανεξάρτητα από τη στάση που μπορεί να τηρεί κανείς απέναντι στα δύο νέα εγχειρήματα, είναι προφανές ότι αμφότερα επιχειρούν να συνδεθούν με υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες, με υπαρκτά ακροατήρια και με πολιτικές αναζητήσεις που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση. Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν στις άλλες δύο περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό δεν περιστρέφεται γύρω από μια νέα κοινωνική συμμαχία, μια νέα πολιτική πρόταση ή μια διαφορετική αντίληψη για τη χώρα. Περιστρέφεται πρωτίστως γύρω από τις επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια κίνηση στη Νέα Δημοκρατία και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αυτό από μόνο του συνιστά ένα πολιτικό παράδοξο. Όταν ένα υποθετικό κόμμα συζητείται περισσότερο ως εργαλείο αναδιαμόρφωσης των εσωτερικών συσχετισμών ενός άλλου κόμματος παρά ως φορέας μιας νέας πολιτικής πρότασης, γεννάται εύλογα το ερώτημα για τον πραγματικό λόγο ύπαρξής του. Ποια ακριβώς ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας έρχεται να καλύψει; Ποιο πρόβλημα της χώρας φιλοδοξεί να λύσει; Ποια μεγάλη ιδέα φέρνει στο δημόσιο πεδίο ένας πρώην πρωθυπουργός που βρίσκεται στην πολιτική ζωή σχεδόν μισό αιώνα;
Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Και όσο δυσκολότερα διατυπώνονται πειστικές απαντήσεις, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι πίσω από το συγκεκριμένο σενάριο βρίσκεται λιγότερο ένα πολιτικό σχέδιο για τη χώρα και περισσότερο μια προσωπική στρατηγική με σαφή στόχο την αποδυνάμωση του σημερινού πρωθυπουργού. Αν πράγματι ο βασικός στόχος είναι η είσοδος στη Βουλή με ένα ποσοστό που θα επιτρέψει στον Αντώνη Σαμαρά να επηρεάσει την επόμενη ημέρα στη Νέα Δημοκρατία, τότε η συζήτηση παύει να αφορά πρωτίστως τη χώρα και αρχίζει να αφορά την εσωτερική ζωή μιας παράταξης.
Ένας χώρος που στενεύει αντί να ανοίγει
Το πρώτο πρόβλημα που θα αντιμετώπιζε ένα κόμμα Σαμαρά αφορά την ίδια την πολιτική αγορά στην οποία θα επιχειρούσε να δραστηριοποιηθεί. Ο χώρος στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι ούτε πολιτικά κενός ούτε εκλογικά αναξιοποίητος. Τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη αναπτυχθεί κόμματα που εκφράζουν διαφορετικές εκδοχές του συντηρητικού, εθνικού, λαϊκού ή αντισυστημικού χώρου, ενώ η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού δημιουργεί νέα δεδομένα καθώς φαίνεται να απορροφά ένα μέρος της ψήφου διαμαρτυρίας που μέχρι πρότινος κατευθυνόταν προς αυτούς τους σχηματισμούς.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά δεν εμφανίζεται για να εκφράσει ένα νέο κοινωνικό ρεύμα που βρίσκεται σε άνοδο. Δεν έρχεται να εκπροσωπήσει μια πολιτική κατηγορία πολιτών που παρέμενε αόρατη ή αποκλεισμένη από το πολιτικό σύστημα. Καλείται να αναζητήσει χώρο μέσα σε μια ήδη κορεσμένη πολιτική περιοχή, αντλώντας δυνάμεις κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία και δευτερευόντως από τους υπόλοιπους δεξιούς σχηματισμούς.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση δεν συνοδεύεται από κάποια ευδιάκριτη κοινωνική απαίτηση για την επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού. Δεν υπάρχουν κοινωνικές ανάγκες που να αντιμετωπίζονται με την παρουσία του στην πρώτη γραμμή ως κάλυψη του μεγάλου κενού της σημερινής πολιτικής ζωής. Ούτε οι απόψεις του είναι φορείς υπέρβασης των πολιτικών προσδοκιών. Η όποια δυναμική καταγράφεται αφορά κυρίως ένα περιορισμένο κομματικό ακροατήριο το οποίο παραμένει συνδεδεμένο με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις της κεντροδεξιάς και με πολιτικές αναφορές προηγούμενων δεκαετιών.
Το γεγονός αυτό βέβαια δεν καθιστά αδύνατη τη δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος. Εγείρει όμως σοβαρά ερωτήματα για το εύρος της κοινωνικής του νομιμοποίησης και κυρίως για την ικανότητά του να παρουσιαστεί ως απάντηση στα προβλήματα της σημερινής εποχής.
Προσωπική στρατηγική ή πολιτική πρόταση;
Το πιο κρίσιμο ερώτημα αφορά τον πραγματικό στόχο ενός τέτοιου εγχειρήματος. Διότι εαν πράγματι ο σκοπός ενός κόμματος Σαμαρά είναι να εξασφαλίσει μια κοινοβουλευτική παρουσία της τάξης του 3% ή το πολύ του 5%, ώστε να λειτουργήσει ως μέσο εκβιασμού ή πίεσης για τις εσωκομματικές εξελίξεις στη Νέα Δημοκρατία, τότε η συζήτηση αποκτά εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δεν αφορά πλέον μια νέα πολιτική πρόταση για τη χώρα αλλά μια ατομική στρατηγική παρέμβαση στους συσχετισμούς μιας παράταξης.
Εδώ ακριβώς γεννώνται τα πιο δύσκολα ερωτήματα. Πρόκειται για μια πολιτική πρωτοβουλία που εκφράζει ένα ευρύτερο κοινωνικό αίτημα ή για μια προσωπική εμμονή που επιβιώνει επί δεκαετίες; Πρόκειται για μια προσπάθεια πολιτικής ανανέωσης ή για μια νέα πράξη μιας μακρόχρονης αντιπαράθεσης που καθόρισε τη διαδρομή του ίδιου του πρωταγωνιστή της;
Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά είναι αποκαλυπτική. Ελάχιστοι μιλούν για ένα νέο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης, για μια διαφορετική στρατηγική ανάπτυξης ή για μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική της χώρας. Σχεδόν όλοι συζητούν πόσες μονάδες μπορεί να αφαιρέσει από τη Νέα Δημοκρατία, αν μπορεί να εισέλθει στη Βουλή, αν θα λειτουργήσει ως ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων και αν θα οδηγήσει μέχρι και στην αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ηγεσία της παράταξης.
Αν αυτή είναι πράγματι η ουσία του εγχειρήματος, τότε η κριτική γίνεται ακόμη πιο αυστηρή. Διότι η Ελλάδα του 2026 δεν στερείται ενός ακόμη μηχανισμού πίεσης προς τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στερείται λύσεων για προβλήματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Η χώρα δεν αναζητά έναν πολιτικό φορέα που θα καθορίσει ποιος θα ηγηθεί της κεντροδεξιάς τα επόμενα χρόνια. Αναζητά πολιτικές που θα καθορίσουν αν οι νέοι άνθρωποι θα μπορέσουν να δημιουργήσουν οικογένεια, να αποκτήσουν κατοικία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους στην Ελλάδα.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εμφανίζεται το ενδεχόμενο μιας προσωπικής πολιτικής εμμονής. Διότι όσο περισσότερο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και όχι γύρω από τη χώρα, τόσο ισχυρότερα εδραιώνεται η εντύπωση ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η διακυβέρνηση της Ελλάδας αλλά η πολιτική τύχη ενός συγκεκριμένου προσώπου.
Το «δις εξαμαρτείν» και η υστεροφημία ενός πρώην πρωθυπουργού
Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη πολιτική ειρωνεία σε όλη αυτή την ιστορία, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς είναι ίσως η μοναδική περίπτωση πολιτικού της μεταπολίτευσης που κατάφερε να επιστρέψει πλήρως από μια διάσπαση του ίδιου του κόμματός του. Το 1993 αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία, δημιούργησε την Πολιτική Άνοιξη και συνέβαλε στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια παράταξη τον υποδέχθηκε ξανά στις τάξεις της, τον ανέδειξε αρχηγό της και τελικά πρωθυπουργό της χώρας.
Η πολιτική ιστορία δεν προσφέρει συχνά τέτοιες δεύτερες ευκαιρίες. Ακόμη σπανιότερα επιτρέπει σε έναν πρώην διασπαστή να μετατραπεί σε αρχηγό της παράταξης που κάποτε εγκατέλειψε ρίχνοντάς την από την εξουσία και να καταγράψει το όνομά του ως πρωθυπουργός σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η διακυβέρνησή του θα εξακολουθήσει να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών αξιολογήσεων, όμως είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι συνδέθηκε με μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης και παρέμεινε στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.
Για πολλά χρόνια φαινόταν ότι η ιστορική του εικόνα είχε αρχίσει να μεταβάλλεται. Η μορφή του διασπαστή του 1993 έδινε σταδιακά τη θέση της στην εικόνα ενός πρώην πρωθυπουργού που, παρά τα λάθη και τις αντιφάσεις του, συνέδεσε το όνομά του με τη σταθεροποίηση της χώρας σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Με άλλα λόγια, η πολιτική του υστεροφημία είχε αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερο βάθος από τη σύγκρουση που τον είχε σημαδέψει στα πρώτα χρόνια της διαδρομής του.
Γι’ αυτό ακριβώς η πιθανότητα μιας νέας διάσπασης αποκτά τόσο βαρύ συμβολικό φορτίο. Η αρχαία ρήση «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» δεν αφορά μόνο την ηθική του συμπεριφορά, αλλά και την ίδια την πολιτική κρίση γι αυτόν. Διότι όταν ένας πολιτικός επιστρέφει, τριάντα τρία χρόνια αργότερα, σε μια επιλογή που καθόρισε ολόκληρη τη δημόσια εικόνα του, εύλογα γεννάται το ερώτημα αν κυριαρχεί η στρατηγική σκέψη ή ο προσωπικός εγωισμός.
Αν τελικά ο Αντώνης Σαμαράς προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου κόμματος με βασικό στόχο την αποδυνάμωση της Νέας Δημοκρατίας και την ανατροπή των εσωτερικών της ισορροπιών, τότε δεν θα θέσει σε δοκιμασία μόνο την παράταξη από την οποία προέρχεται. Θα θέσει σε δοκιμασία και τη δική του υστεροφημία. Διότι η ιστορία μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο επιεικής από όσο υπήρξε η ίδια η Νέα Δημοκρατία απέναντί του.
Και τότε ίσως η τελική αποτίμηση να είναι ιδιαίτερα σκληρή. Όχι για τον πρωθυπουργό που συνέβαλε στη διατήρηση της χώρας σε μια περίοδο ακραίας κρίσης, αλλά για τον πολιτικό που, ενώ είχε ήδη κερδίσει τη δική του ιστορική αποκατάσταση, δεν κατάφερε ποτέ να υπερβεί τον προσωπικό του πολιτικό εγωισμό. Αν συμβεί αυτό, η Ελλάδα δεν θα βρίσκεται μπροστά στη γέννηση ενός νέου πολιτικού σχεδίου. Θα παρακολουθεί έναν πρώην πρωθυπουργό να επιχειρεί, για δεύτερη φορά στην καριέρα του, να μετατρέψει μια προσωπική πολιτική διαμάχη σε εθνικό διακύβευμα, την ώρα που οι πραγματικές ανάγκες της χώρας βρίσκονται κάπου αλλού.