Με αφορμή τον Άγνωστο Στρατιώτη: Όταν το ιερό μνημείο γίνεται εργαλείο προβολής μιας άμετρης  συμβολικής «απαλλοτρίωση»

Υπάρχουν στιγμές όπου η πολιτική, προσπαθώντας να αποκτήσει ηθικό βάρος, αγγίζει το όριο της ιεροσυλίας.

Με αφορμή τον Άγνωστο Στρατιώτη: Όταν το ιερό μνημείο γίνεται εργαλείο προβολής μιας άμετρης  συμβολικής «απαλλοτρίωση»

Υπάρχουν στιγμές όπου η πολιτική, προσπαθώντας να αποκτήσει ηθικό βάρος, αγγίζει το όριο της ιεροσυλίας. Η πρωτοβουλία της Ζωής Κωνσταντοπούλου μέσω και του Πάνου Ρούτσι,  του ανθρώπου που η ίδια έχει αναλάβει να υπερασπίζεται νομικά, να προβούν σε «καθαρισμό» του χώρου μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, λίγες μόλις ημέρες πριν την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.

Πίσω από τη ρητορική της «συμβολικής φροντίδας» και του «σεβασμού» προς τη μνήμη, διακρίνεται η παλιά, γνώριμη μέθοδος της Ζωής Κωνσταντοπούλου: η επικοινωνιακή οικειοποίηση του δημόσιου χώρου, η αναγωγή κάθε πράξης σε σκηνικό προβολής και αντιπαράθεσης με το κράτος. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια αυθόρμητη πολιτειακή ή κοινωνική πράξη, αλλά για μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη πολιτική χειρονομία, μια συμβολική «απαλλοτρίωση» της αρμοδιότητας επί ενός ιερού χώρου τιμής με στόχο την πρόκληση έντασης και τη διαμόρφωση εντυπώσεων.

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ο υπέρτατος τόπος εθνικής συναίνεσης. Εκεί που οι διαφορές, οι ιδεολογίες και οι αντιπαραθέσεις σιωπούν, έστω για λίγο, μπροστά στο συλλογικό χρέος. Η παρουσία ομάδων που προσέρχονται οργανωμένα, με κάμερες, πανό και πολιτικές στοχεύσεις, καταλύει αυτή τη σιωπή και μετατρέπει τον χώρο της τιμής σε σκηνικό αντιπαράθεσης. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για «καθαρισμό», αλλά για επικοινωνιακή επίχρωση ενός πολιτικού αφηγήματος που έχει ανάγκη από συνεχή ορατότητα.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Μόλις πριν λίγες ημέρες, η κυβέρνηση προχώρησε σε τροπολογία που μεταφέρει τη διαχείριση του Μνημείου και της ευρύτερης περιοχής στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ώστε να εξασφαλιστεί θεσμικός έλεγχος, τήρηση πρωτοκόλλου και αποτροπή της άναρχης χρήσης του χώρου. Η αντίδραση της Κωνσταντοπούλου ήταν άμεση, σχεδόν αντανακλαστική. Η «δράση» καθαρισμού ήρθε να αναδείξει πολιτικά αυτό που επιχειρεί να παρουσιαστεί ως «απόπειρα φίμωσης του λαού». Στην ουσία, όμως, πρόκειται για μια ακόμη σκηνοθετημένη σύγκρουση, με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της προσοχής στον αποπροσανατολισμό από την ουσία της υπόθεσης και της δίκης για το δυστύχημα των Τεμπών, αλλά και της ουσίας της τροπολογίας για τον Άγνωστο Στρατιώτη.

Η πολιτική σημειολογία αυτής της πράξης είναι αποκαλυπτική. Όπως παρατηρεί ο κοινωνιολόγος Έρβινγκ Γκόφμαν, κάθε δημόσια εμφάνιση συνιστά μια «παράσταση», μια απόπειρα παρουσίασης εαυτού προς ένα κοινό. Όταν το σκηνικό είναι ο πιο ιερός δημόσιος χώρος της χώρας, το Μνημείο των ανωνύμων νεκρών, η παράσταση αποκτά χαρακτήρα ύβρεως. Ο τόπος όπου η συλλογική μνήμη τελείται ως σιωπή, μετατρέπεται σε βήμα αντιπαράθεσης και πολιτικής αυτοπροβολής.

Η ίδια η σχέση εκπροσώπησης της Κωνσταντοπούλου με τον Πάνο Ρούτσι προσδίδει στην κίνηση μια πρόσθετη διάσταση σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν η δικηγόρος εμφανίζεται δημόσια πλάι στον εντολέα της, σε μια πολιτική δράση, το όριο μεταξύ νομικής υπεράσπισης και πολιτικής εκμετάλλευσης θολώνει επικίνδυνα. Ο πολίτης δεν βλέπει πια μια ανιδιοτελή πράξη μνήμης, αλλά μια μορφή πολιτικής επικοινωνίας που εργαλειοποιεί ύπουλα και χυδαία τη θλίψη και το πένθος των θυμάτων των Τεμπών.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο δημόσιος χώρος χρησιμοποιείται ως σκηνή αντιθεσμικής αντίστασης και λαϊκίστικου ακτιβισμού. Από τα επεισόδια μπροστά στη Βουλή μέχρι τα συμβολικά δρώμενα σε επετείους, η πολιτική αμφισβήτηση έχει συχνά τη μορφή τελετουργίας. Όμως, όπως έγραφε ο Πιερ Νορά, τα μνημεία δεν αντέχουν την υπερφόρτιση του παρόντος: όταν η ιστορική μνήμη επιστρατεύεται για να υπηρετήσει μια επικαιρική ανάγκη, τότε η ίδια η μνήμη υπονομεύεται.

Σε μια χώρα που έχει θρηνήσει πολλούς ανώνυμους, το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη δεν είναι πεδίο πολιτικής επιβίωσης, αλλά πεδίο συλλογικού σεβασμού. Η μετατροπή του σε σύμβολο αντιπαράθεσης όχι μόνο υποβαθμίζει τη σημασία του, αλλά και τραυματίζει την κοινωνική του αποστολή, το να θυμίζει ότι υπάρχουν πράγματα υπεράνω του εγώ, υπεράνω της στιγμής, υπεράνω της μικροπολιτικής.

Η πράξη της Κωνσταντοπούλου μπορεί να προβληθεί ως «συμβολική αντίδραση» στην κυβερνητική πολιτική. Όμως στην ουσία της αποτελεί πολιτικό performance με προμετωπίδα τη μνήμη και κινητήρια δύναμη τη φιλοδοξία. Με το να αναδεικνύει το συλλογικό τραύμα των Τεμπών, το υποτάσσει στη δική της προσωπική αφήγηση, στην οποία συμπαρασύρει και την υπόλοιπη κατακερματισμένη αντιπολίτευση, όπως πέτυχε μέχρι τώρα.

Όμως ο δημόσιος χώρος είναι καθρέφτης του ήθους μας. Κι όταν ακόμη κι αυτός χρησιμοποιείται για να συντηρείται ένας παραληρηματικός πολιτικός ρόλος, τότε το πρόβλημα δεν είναι η σκόνη πάνω στο τσιμέντο ή το μάρμαρο, αλλά είναι η σκόνη που σκεπάζει τη δημοκρατική μας συνείδηση.