ΚΚΕ και Άδωνις Γεωργιάδης: Ο θόρυβος και το νόημα

Η πολιτική σύγκρουση γύρω από τα νοσοκομεία και τα όρια του καταγγελτικού ακτιβισμού.

ΚΚΕ και Άδωνις Γεωργιάδης: Ο θόρυβος και το νόημα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Οι σκηνές επαναλαμβάνονται με εντυπωσιακή κανονικότητα κάθε φορά που ο Άδωνις Γεωργιάδης επισκέπτεται δημόσιο νοσοκομείο που ανακαινίστηκε με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρουσιάζονται οι νέοι χώροι, ανακοινώνονται τμήματα που επαναλειτουργούν και οι κάμερες καταγράφουν την εικόνα ενός συστήματος που επιχειρεί να βελτιωθεί. Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίζονται οργανωμένες ομάδες του ΚΚΕ που φωνάζουν συνθήματα, τα οποία σπάνια περιορίζονται στην υγεία και συχνά συνοδεύονται από προσωπικές ύβρεις, με αποτέλεσμα η δημόσια συζήτηση να καταλήγει στο ύφος και όχι στην πολιτική ουσία.

Η αντίφαση είναι εμφανής ήδη από το πρώτο επίπεδο. Τα νοσοκομεία που αποτελούν το σκηνικό των συγκρούσεων αναβαθμίζονται με δημόσιο χρήμα και η κρατική χρηματοδότηση είναι το κύριο εργαλείο των παρεμβάσεων. Παρ’ όλα αυτά η καταγγελία του ΚΚΕ περί ιδιωτικοποίησης παραμένει αμετάβλητη ακόμη και όταν ο πολίτης διαπιστώνει πρακτικές αλλαγές. Όταν η εμπειρία μεταβάλλεται αλλά η ρητορική όχι, η δυσπιστία δεν κατευθύνεται προς την πραγματικότητα αλλά προς τον λόγο που επιμένει να την αγνοεί.

Η επιλογή των εγκαινίων ως τόπου σύγκρουσης έχει προφανή συμβολισμό και γι’ αυτό επαναλαμβάνεται. Εκεί παράγεται η εικόνα επιτυχίας την οποία επιχειρεί να προβάλει η κυβέρνηση και εκεί επιχειρεί να την ακυρώσει η αντιπολίτευση. Όμως όταν η παρέμβαση μετατρέπεται σε γενικευμένη απαξίωση του προσώπου του Άδωνι Γεωργιάδη, η προσοχή μετακινείται από την πολιτική στην ένταση της στιγμής και ο ίδιος εμφανίζεται ως αποδέκτης επιθετικότητας και όχι ως φορέας λανθασμένης πολιτικής. Έτσι η σύγκρουση χάνει το περιεχόμενό της και μετατρέπεται σε παράσταση.

Το φαινόμενο γίνεται εντονότερο όταν στα συνθήματα εντάσσονται θέματα άσχετα με την υγεία, όπως διεθνείς συγκρούσεις ή γενικές κυβερνητικές επιλογές. Η διεύρυνση αυτή επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση σε συνολικό πολιτικό επίπεδο, αλλά στην πράξη απομακρύνει τον πολίτη που ενδιαφέρεται για τη λειτουργία του νοσοκομείου του. Όταν η καθημερινή εμπειρία δεν συναντά την πολιτική καταγγελία, η καταγγελία ακούγεται αφηρημένη. Και όταν συνοδεύεται από ύβρεις, χάνει ακόμη και την αφηρημένη της πειστικότητα.

Το πρόβλημα που ξεκινά, όταν η πολιτική μετριέται

Η ουσιαστική μεταβολή στο σύστημα υγείας δεν περιορίζεται στις κτιριακές παρεμβάσεις αλλά συνδέεται με την ποσοτικοποίηση των υπηρεσιών. Η επέκταση του myHealth, η αξιολόγηση των υπηρεσιών από τους χρήστες και η καταγραφή χρόνων αναμονής δημιουργούν μια νέα μορφή πολιτικής εμπειρίας. Ο πολίτης δεν καλείται μόνο να επιλέξει ιδεολογική θέση αλλά να συγκρίνει την προσωπική του εμπειρία με την πολιτική αφήγηση που ακούει.

Σε αυτό το περιβάλλον η προειδοποίηση για μελλοντική κατάρρευση δυσκολεύεται να πείσει όταν δεν επιβεβαιώνεται στο παρόν. Αντί να αναπροσαρμοστεί η επιχειρηματολογία του ΚΚΕ, συχνά αυξάνεται η ένταση ώστε να διατηρηθεί η εσωτερική βεβαιότητα της ομάδας. Η πολιτική μετατρέπεται έτσι σε επιβεβαίωση ταυτότητας και όχι σε προσπάθεια πειθούς. Όμως η ταυτότητα δεν επεκτείνεται όταν η εμπειρία τη διαψεύδει καθημερινά.

Η ένταση απέναντι στον Άδωνι Γεωργιάδη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συνδέεται με συγκεκριμένους κοινωνικούς χώρους, κατά την πολιτική του διαδρομή. Ως υπουργός Ανάπτυξης στο Πέραμα και στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, αλλά και συνολικά στη Β Πειραιά, πολιτικές που συνδέθηκαν με επανεκκίνηση δραστηριότητας και αύξηση απασχόλησης δημιούργησαν νέο κλίμα εμπιστοσύνης, αλλάζοντας τη βασική ταξική επιχειρηματολογία που συνόδευε τις περιοχές αυτές, καθιστώντας πιθανή ακόμα και τη μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων καθώς αλλάζει η ερμηνεία της καθημερινότητας και αποδυναμώνεται η παλιά βεβαιότητα ότι κάθε βελτίωση προέρχεται αποκλειστικά μετά από σύγκρουση με το σύστημα.

Όταν ένας εργαζόμενος αποδίδει θετική εμπειρία σε πολιτική που προηγουμένως θεωρούσε αντίπαλη, ακόμα κι αν η πολιτική του στάση δεν αλλάζει απαραίτητα αμέσως, η ερμηνεία του κόσμου του γίνεται πιο σύνθετη. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται η πραγματική ένταση. Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την ψήφο αλλά τον ρόλο του ποιος εξηγεί την εμπειρία των ίδιων ανθρώπων. Και όταν η εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί πειστικά, υποκαθίσταται από την επιχείρηση ηθικής απαξίωσης του αντιπάλου.

Η κυβέρνηση, με κεντρικό πρόσωπο τον Άδωνι Γεωργιάδη στο πεδίο της υγείας, επενδύει σε μετρήσιμα αποτελέσματα και ψηφιακή λογοδοσία και μεταφέρει την αντιπαράθεση σε πεδίο όπου η καθημερινότητα προηγείται της ιδεολογίας. Η επιλογή αυτή ενέχει ρίσκο, επειδή η αποτυχία θα είναι εξίσου μετρήσιμη, αλλά προς το παρόν ευνοεί όποιον επικαλείται εμπειρία αντί πρόβλεψης. Μια αντιπολίτευση όπως το ΚΚΕ που δεν συνομιλεί με την εμπειρία περιορίζεται σε όσους ήδη συμφωνούν.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι απλώς επικοινωνιακό αλλά στρατηγικό. Η καταγγελτική πολιτική λειτουργεί αποτελεσματικά όταν η κοινωνία ζει κρίση και αναζητά εξηγήσεις, όχι όταν συγκρίνει καθημερινά υπηρεσίες. Σε περιβάλλον όπου ο πολίτης αξιολογεί χρόνους αναμονής, πρόσβαση και εξυπηρέτηση, η απόλυτη καταγγελία χωρίς διαφοροποίηση μοιάζει όλο και πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η ένταση παραμένει αλλά η επιρροή δεν ακολουθεί.

Η επανάληψη των ίδιων συγκρούσεων χωρίς μεταβολή συσχετισμών αποκαλύπτει το αδιέξοδο. Ο θόρυβος αυξάνεται ενώ η πειθώ μειώνεται και η πολιτική δράση μετατρέπεται σε τελετουργία επιβεβαίωσης. Σε μια εποχή όπου οι πολίτες συγκρίνουν καθημερινά εμπειρίες και δεδομένα, η αμετακίνητη καταγγελία του ΚΚΕ δεν καταρρέει θεαματικά αλλά απομακρύνεται σταδιακά από την κοινωνική πραγματικότητα. Παραμένει παρούσα, παραμένει έντονη, αλλά πείθει όλο και λιγότερους.

Μια θεωρητική ανάγνωση της σύγκρουσης

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στον Άδωνι Γεωργιάδη μοιάζει συχνά δυσανάλογη σε σχέση με τα επιμέρους γεγονότα, επειδή δεν εξηγείται επαρκώς με όρους απλής κομματικής αντιπαράθεσης. Αν εξεταστεί μόνο ως διαφωνία για μια μεταρρύθμιση υγείας, η ένταση φαίνεται υπερβολική. Όταν όμως ιδωθεί μέσα από την έννοια της πολιτικής ταυτότητας, η συμπεριφορά αποκτά διαφορετική λογική.

Τα κόμματα δεν λειτουργούν μόνο ως μηχανισμοί προτάσεων πολιτικής αλλά και ως φορείς ερμηνείας της πραγματικότητας. Ιδίως κόμματα με ισχυρή ιδεολογική παράδοση επιτελούν ρόλο καθοδήγησης νοήματος για τα κοινωνικά στρώματα στα οποία απευθύνονται. Η πολιτική τους δύναμη δεν μετριέται μόνο σε ποσοστά αλλά και στην ικανότητα να εξηγούν τον κόσμο με τρόπο συνεκτικό για τους υποστηρικτές τους.

Όταν εμφανίζεται μια εμπειρία που δεν εντάσσεται εύκολα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, δημιουργείται γνωστική ένταση. Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας περιγράφει ότι οι άνθρωποι και οι συλλογικότητες τείνουν να προστατεύουν το σύστημα πεποιθήσεών τους ακόμη και όταν συναντούν αντικρουόμενα δεδομένα. Η αντίδραση δεν είναι αναγκαστικά αναθεώρηση αλλά συχνά επαναβεβαίωση μέσω μεγαλύτερης έντασης.

Στην περίπτωση της υγείας, η βελτίωση ορισμένων υπηρεσιών μέσω κρατικών παρεμβάσεων που δεν ανήκουν στον ιδεολογικό χώρο του ΚΚΕ δημιουργεί ακριβώς αυτή την ασυμφωνία. Αν η καθημερινή εμπειρία των πολιτών δεν αντιστοιχεί στην προσδοκία επιδείνωσης, τότε απαιτείται νέα ερμηνεία. Η πιο εύκολη ερμηνεία είναι ότι η βελτίωση είναι επιφανειακή ή προσωρινή, και γι’ αυτό η καταγγελία γίνεται πιο απόλυτη.

Η επιλογή προσωποποίησης της σύγκρουσης στον Άδωνι Γεωργιάδη εντάσσεται επίσης σε αυτό το πλαίσιο. Τα πρόσωπα λειτουργούν ως σύμβολα αφηρημένων πολιτικών επιλογών, επειδή ο συμβολισμός είναι πιο άμεσος από την ανάλυση δομών. Όταν το πρόσωπο γίνεται ο φορέας του προβλήματος, η συζήτηση δεν χρειάζεται να εισέλθει σε περίπλοκες λεπτομέρειες πολιτικής οικονομίας.

Παράλληλα, η σύγκρουση έχει και διάσταση κοινωνικής εκπροσώπησης. Σε περιοχές όπως το Πέραμα και η Β Πειραιά, όπου η πολιτική ταυτότητα είχε διαμορφωθεί ιστορικά γύρω από συγκεκριμένες συλλογικές εμπειρίες εργασίας, η εμφάνιση εναλλακτικής πολιτικής ερμηνείας διαταράσσει τη συνέχεια. Η αντίδραση τότε δεν αφορά μόνο την παρούσα πολιτική αλλά την προστασία μιας ιστορικής αφήγησης.

Από θεωρητική άποψη, πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα σε νομιμοποίηση μέσω ταυτότητας και νομιμοποίηση μέσω απόδοσης. Η πρώτη βασίζεται στη συνεκτικότητα ιδεών και ιστορικής εμπειρίας. Η δεύτερη βασίζεται σε μετρήσιμα αποτελέσματα που αξιολογούνται καθημερινά. Όσο η κοινωνία μετακινείται προς το δεύτερο, η πρώτη δυσκολεύεται να διατηρήσει την ίδια επιρροή χωρίς αναπροσαρμογή.

Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών υγείας επιταχύνει αυτή τη μετάβαση, επειδή μετατρέπει την πολιτική από πεδίο υποσχέσεων σε πεδίο σύγκρισης δεδομένων. Όταν οι πολίτες συγκρίνουν χρόνους αναμονής και πρόσβαση, η αφηρημένη πρόβλεψη υποχωρεί. Η πολιτική συζήτηση γίνεται περισσότερο πραγματολογική και λιγότερο προφητική.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ένταση των διαμαρτυριών λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης συνοχής για την πολιτική κοινότητα που τις εκφράζει. Δεν στοχεύει τόσο στην πειθώ όσο στην επιβεβαίωση ταυτότητας. Η αποτελεσματικότητά της επομένως κρίνεται εσωτερικά και όχι κοινωνικά, κάτι που εξηγεί γιατί μπορεί να παραμένει υψηλή ακόμη κι όταν δεν μεταβάλλει ευρύτερους συσχετισμούς.

Η σύγκρουση γύρω από τον Άδωνι Γεωργιάδη αποκαλύπτει τελικά μια μετάβαση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Από μια εποχή όπου η ιδεολογική τοποθέτηση αρκούσε για να ερμηνεύσει την καθημερινότητα, περνάμε σε εποχή όπου η καθημερινότητα απαιτεί συγκεκριμένη ερμηνεία. Όποιος δεν μπορεί να ενσωματώσει την εμπειρία στο σχήμα του, καταφεύγει σε εντονότερη σύγκρουση με την εμπειρία την ίδια.

Έτσι εξηγείται γιατί η αντιπαράθεση εμφανίζεται τόσο φορτισμένη και ταυτόχρονα τόσο επαναλαμβανόμενη. Δεν πρόκειται μόνο για πολιτική διαφωνία αλλά για ανταγωνισμό μεταξύ δύο τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας. Και σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η πλευρά που δεν μεταβάλλει το ερμηνευτικό της εργαλείο κινδυνεύει να διατηρεί υψηλή ένταση αλλά μειούμενη κοινωνική απήχηση.

Η πολιτική της οργής και η πολιτική της καχυποψίας